Σχεδίασμα μιας κριτικής κατανόησης του σύγχρονου σχολείου

Το κείμενο αυτό φιλοδοξεί ν' αποτυπώσει μια αίσθηση σχετικά με το χαρακτήρα του σύγχρονου σχολείου, καθώς και ορισμένους προβληματισμούς γύρω από τα εργαλεία που χρησιμοποιούν οι άνθρωποι που αποβλέπουν στην κοινωνική απελευθέρωση, όταν επιχειρούν ν' ασκήσουν κριτική σ' αυτό. Τα επιχειρήματα που προβάλλονται εδώ δεν είναι επιστημονικά, είναι πρωτίστως πολιτικά, όπως πολιτικό είναι -κατά τη γνώμη της γράφουσας- το ζήτημα της εκπαίδευσης συνολικά.
Μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι σήμερα το παραδοσιακό σχολείο έχει μπολιαστεί σε μεγάλο βαθμό από τις αναζητήσεις για μια διαφορετική αντιμετώπιση του παιδιού και για ένα νέο προσδιορισμό της έννοιας της γνώσης. Με δυο λόγια, το ελληνικό σχολείο του 21ου αιώνα δεν είναι το ίδιο που ήταν 2-3 δεκαετίες πριν. Γι' αυτό το λόγο, η κριτική που γίνεται από τον ελευθεριακό ή τον αναρχικό χώρο στο θεσμό του σχολείου, δεν είναι σε θέση να επιτύχει τους σκοπούς της, όσο εξακολουθεί να χειρίζεται τα εργαλεία και τα επιχειρήματα των προηγούμενων δεκαετιών. Κανείς βέβαια δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι το σημερινό σχολείο ανταποκρίνεται στο ελάχιστο σε ένα ελευθεριακό όραμα οποιασδήποτε μορφής.
Θα γίνει μια προσπάθεια να περιγραφεί σε τι συνίσταται η αλλαγή στο χαρακτήρα του σχολείου. Με άλλα λόγια, αξίζει να προβληματιστεί κανείς γύρω απ' το τι είναι καινούριο και τι παραδοσιακό στο ελληνικό σχολείο σήμερα.
Για να είναι, πάντως, εφικτή μια τέτοια παρατήρηση χρειάζεται μια επιγραμματική αναφορά στις αρχές της Νέας Αγωγής, αυτού που χαρακτηρίζεται ως προοδευτική και αντιαυταρχική παιδαγωγική τον 20ο αιώνα. Η αναφορά αυτή κρίνεται χρήσιμη, καθώς η ιστορία της ελευθεριακής παιδαγωγικής σκέψης και πράξης δεν είναι εύκολο ν' απομονωθεί από την παράδοση της ανανέωσης της παιδαγωγικής σκέψης τον αιώνα που πέρασε.
Το λεγόμενο κίνημα της Νέας  Αγωγής, με πρωτοπόρο τον John Dewey (Τζον Ντιούι), θέτει το παιδί και τις ανάγκες του στο κέντρο της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Το Νέο Σχολείο προκρίνει τη βιωματική και ομαδοσυνεργατική μάθηση, ασκεί κριτική στις πειθαρχικές μεθόδους του παραδοσιακού σχολείου, πραγματώνει την ισότητα των φύλων, επιδιώκει τη σύνδεση του σχολείου με την κοινότητα, καταξιώνει τη χειρωνακτική εργασία σε αντιδιαστολή με τον ακαδημαϊσμό, με δυο λόγια, θεωρεί πρωταρχική προϋπόθεση για τη λειτουργία του σχολείου την εμπλοκή και το ενδιαφέρον των παιδιών για ό,τι συμβαίνει εκεί. Στο πλαίσιο των σχολείων εργασίας του Dewey τα παιδιά, μεταξύ άλλων, ανέλαβαν την έκδοση τοπικών εφημερίδων, λειτουργούσαν τυπογραφεία, καλλιεργούσαν χωράφια, μαγείρευαν και έραβαν. Κύρια μεθοδολογική αρχή του σχολείου εργασίας ήταν ότι οι μαθητές μαθαίνουν στην προσπάθειά τους να λύσουν πραγματικά προβλήματα. Ο Dewey είναι, κατά κάποιο τρόπο, πρόδρομος της μεθόδου Project, που αποτέλεσε τη βάση της κίνησης για την αναπροσαρμογή των αναλυτικών προγραμμάτων τις περασμένες δεκαετίες. Παρακάτω θα επιχειρηθεί να περιγραφεί με αδρές γραμμές σε τι συνίσταται η μέθοδος αυτή.
Στην ίδια παράδοση μπορεί να εντάξει κανείς τα ελευθεριακά σχολεία που άνθισαν (και ανθούν) σε όλον τον κόσμο στη διάρκεια του 20ου αιώνα. Μόνες εμφανείς διαφορές είναι η πιο ριζοσπαστική αμφισβήτηση της ανάγκης για πειθαρχία, η πλήρης άρνηση της αξιολόγησης, η παντελής άρση του καταναγκασμού σε ό,τι αφορά τις υποχρεώσεις του σχολείου. Παρ' όλα αυτά, η παιδοκεντρικότητα, η βιωματική μάθηση, η ελευθερία, είναι χαρακτηριστικά κοινά και στις δύο εκπαιδευτικές επιλογές που αναφέρθηκαν  παραπάνω.
Στη διάρκεια των τελευταίων δέκα χρόνων και με καθυστέρηση πολλών δεκαετιών συγκριτικά με άλλες χώρες, το ελληνικό δημόσιο σχολείο αρχίζει να παρουσιάζει ενδείξεις υιοθέτησης ενός μέρους από τα διδάγματα της προοδευτικής παιδαγωγικής. Γίνεται, διακηρυκτικά τουλάχιστον, λόγος για «ενιαίο σχολείο», σχολείο δηλαδή που υποτίθεται ότι αίρει την ιεράρχηση ανάμεσα στη σκέψη και την πράξη, την ακαδημαϊκή και την πρακτική γνώση. Επιπλέον, προκρίνεται η διερευνητική μάθηση και δεν υπάρχει σχολικό εγχειρίδιο που να μην περιέχει ομαδικές και βιωματικές δραστηριότητες. Η μέθοδος Πρότζεκτ (Project), η προτροπή των μαθητών να πραγματοποιήσουν μια συνθετική εργασία με διαθεματικό χαρακτήρα, για την πραγματοποίηση της οποίας καλούνται να αναζητήσουν μόνοι τους το υλικό και τη μέθοδο, με τη διακριτική συνδρομή των διδασκόντων, υποτίθεται ότι αξιοποιείται σε σχολικές δραστηριότητες, όπως η περιβαλλοντική εκπαίδευση ή η ευέλικτη ζώνη. Ορισμένες φορές μάλιστα, στο πλαίσιο αυτών των δραστηριοτήτων, καλούνται οι μαθητές να προτείνουν λύσεις σε προβλήματα που αντιμετωπίζει η τοπική κοινωνία. Σε ζητήματα πειθαρχίας και αξιολόγησης, κανείς δε μπορεί να υποστηρίξει με σοβαρότητα ότι η κατάσταση έχει αλλάξει ριζικά, υπάρχει, ωστόσο, μια φιλολογία περί εσωτερικού ελέγχου, αυτοπειθαρχίας, αυτοαξιολόγησης, σε όλα τα εγκεκριμένα εγχειρίδια παιδαγωγικής.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, είναι αρκετά εύκολο να αντιληφθεί κανείς τη διαφορά του σημερινού από το παραδοσιακό σχολείο, το σχολείο που όλοι καταδίκαζαν για το στείρο ακαδημαϊσμό του, τον αυταρχικό του χαρακτήρα, την προαγωγή ενός τύπου ανθρώπου, το κύριο χάρισμα του οποίου είναι η παθητικότητα και η υπακοή. Αυτό που είναι περισσότερο πολύπλοκο, είναι να ερμηνεύσει κανείς την αλλαγή που έχει συντελεστεί και να επαναπροσδιορίσει την κριτική του στάση απέναντι στο θεσμό του σχολείου, λαμβάνοντας υπόψη, κοντά σε όλα τ' άλλα, και τις αλλαγές στην εκπαίδευση, οι οποίες έχουν συντελεστεί τα τελευταία χρόνια.
Η αλλαγή στις γενικές αρχές που καθοδηγούν όσους κατασκευάζουν τα αναλυτικά προγράμματα πηγάζει από μια αλλαγή στις επιδιώξεις του εκπαιδευτικού θεσμού. Κι ενώ πριν μερικές δεκαετίες στόχος της εκπαίδευσης ήταν η κατασκευή πειθήνιων εργαζομένων χωρίς πρωτοβουλία και δημιουργικότητα, σήμερα ο ανθρωπολογικός τύπος που επιζητείται είναι διαφορετικός. Το σύγχρονο καπιταλιστικό σύστημα και η οικονομία της αγοράς, απαιτούν ανθρώπους με δημιουργικότητα τόση, ώστε να είναι παραγωγικοί στα νέα επαγγέλματα και με προσαρμοστικότητα αρκετή, ώστε να μπορούν να αλλάξουν 6-7 δουλειές στη διάρκεια της εργασιακής τους ζωής.
Διευκρινίζοντας με ένα παράδειγμα το επιχείρημα, χρειάζεται πολλή δημιουργικότητα και αυτενέργεια για να γίνει κανείς καλός γραφίστας, ύστερα ικανός διαφημιστής και αργότερα επιτυχημένος επιχειρηματίας. Χρειάζεται ικανότητα συνεργασίας και ομαδικό πνεύμα, ώστε να εργαστεί κανείς στο team μιας σύγχρονης επιχείρησης, να ταυτίσει τις επιδιώξεις του με τους στόχους της και να είναι μέλος μιας ομάδας που συνολικά λειτουργεί ανταγωνιστικά σε βάρος της αντίστοιχης ομάδας μιας άλλης επιχείρησης.
Λαμβάνοντας υπόψη τα παραπάνω, μπορεί να διαπιστώσει κανείς ότι η ανανέωση των παιδαγωγικών αρχών είναι συνθήκη αναγκαία αλλά όχι ικανή ώστε το σχολείο ν' αλλάξει κοινωνικό ρόλο και να προσανατολιστεί προς τις ανάγκες του παιδιού και της κοινωνίας. Από την άλλη μεριά, η διαστροφή του νοήματος της προοδευτικής και αντιαυταρχικής παιδαγωγικής μέσα στο κρατικό σχολείο, δεν καταδικάζει αναγκαστικά την παράδοση της εναλλακτικής παιδαγωγικής στα μάτια όσων αρνούνται τις προτεραιότητες που θέτει το πολιτικό και οικονομικό σύστημα. Αντίθετα, έργο μιας κριτικής του σύγχρονου σχολείου, είναι η επανοικειοποίηση αυτών των θεωριών από τους ανθρώπους που ελπίζουν και δραστηριοποιούνται για την κοινωνική απελευθέρωση.
Εκτός, παρ' όλα αυτά, από τη μορφή και τις μεθόδους του σχολείου, οι οποίες είναι επιθυμητό να εμπνέονται από την παράδοση της ελευθεριακής παιδαγωγικής, είναι απαραίτητη μια παρέμβαση και στο περιεχόμενο της σχολικής εκπαίδευσης, ώστε αυτή να λειτουργεί απελευθερωτικά. Κάνοντας λόγο για αλλαγή στο περιεχόμενο, δεν υπονοείται η υποκατάσταση της γνώσης και των πληροφοριών που μεταβιβάζει το σημερινό σχολείο με κάτι άλλο, που κάποιοι άλλοι «ιθύνοντες» θεωρούν κοινωνικά ή ατομικά χρήσιμο. Η μόνη  πεποίθηση, την οποία είναι χρήσιμο να έχουν τα παιδιά, είναι ότι μπορούν να μάθουν ό,τι συνειδητά επιλέγουν να μάθουν. Αν αυτό είναι κεκτημένο και γίνει πράξη, κανένας «ειδικός» δεν απαιτείται ώστε να φτιάξει αναλυτικά προγράμματα και να «κατασκευάσει» εκπαιδευτικό υλικό.
Αντίθετα, υπάρχει μια αρχή που ένα απελευθερωτικό σχολείο οφείλει να διδάσκει? είναι η αρχή της αυτονομίας, της ιδέας ότι ο μελλοντικός ενήλικας είναι ο μόνος αρμόδιος να αποφασίζει για τη ζωή του και ότι οι κοινότητες των ανθρώπων, όταν συγκροτούνται χωρίς διαμεσολαβήσεις και αντιπροσώπους, είναι οι μόνες κατάλληλες ώστε ν' αποφασίζουν για τα κοινά. Η αυτονομία πρέπει να διδάσκεται ως αρχή και ως διαδικασία, αφού -κατά τη γράφουσα- δεν ανήκει στα δεδομένα που το παιδί φέρει στο γονότυπο του. Πρόκειται ασφαλώς για περιορισμό. Τα «οφείλει» και τα «πρέπει», που αναφέρθηκαν παραπάνω, δεν είναι καθόλου ελευθεριακά. Είναι πάντως ένας περιορισμός που αναιρεί όλους τους υπόλοιπους.
Συνοψίζοντας, το πρόβλημα με την κυρίαρχη μορφή εκπαίδευσης είναι ότι κάποιοι άλλοι, πέρα απ' τους ανθρώπους και τις κοινότητές τους, θέτουν τους σκοπούς και τα μέσα. Η εκπαίδευση είναι ένα πεδίο στο οποίο ένα ελευθεριακό κίνημα μπορεί και είναι σκόπιμο να δραστηριοποιηθεί χωρίς να θεωρεί πως αναπόδραστα ο λόγος του είναι αφομοιώσιμος από το σύστημα. Η πολιτική εξουσία δεν αφομοιώνει τίποτα που απειλεί την ύπαρξή της. Ένα σχολείο που, με ελευθεριακές μεθόδους, διαμορφώνει αυτόνομους ανθρώπους είναι αυτό που μπορούμε ν' αντιτάξουμε με σοβαρότητα και συγκροτημένο λόγο. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, ο αγώνας για ένα διαφορετικό σχολείο δε μπορεί παρά να βαδίζει παράλληλα με τον αγώνα για έναν άλλο τρόπο οργάνωσης της συλλογικής ζωής, τέτοιο που να ικανοποιεί τις ανάγκες και τις επιθυμίες των ανθρώπων, μικρών και μεγάλων.

Ντόνια Αβραμίδου