Η αστική αποκέντρωση του Μπούκτσιν

Το παρόν κείµενο µε τίτλο “Bookchin’s Urban Decentralism” αποτελεί τη βάση της εισήγησης της Τζάνετ Μπιλ στις εκδηλώσεις που οργάνωσε η Ευτοπία. 

 

Περίπου εδώ και ένα χρόνο προετοιµάζω τη συγγραφή της βιογραφίας του Μάρεϊ Μπούκτσιν. Ο ίδιος ο Μάρεϊ µου έµαθε ότι για να µπορέσει κανείς να κατανοήσει τις ζωές των ανθρώπων και τις ιστορίες τους, και όλα τα εξελικτικά φαινόµενα, θα πρέπει να τα προσεγγίσει διαλεκτικά – να εντοπίσει δηλαδή τις συνέχειες και τις ασυνέχειες των διαφόρων φάσεων και στιγµών της ζωής ενός ανθρώπου, πώς ένα πράγµα εξελίσσεται µέσα από κάποιο άλλο. Έτσι, εφαρµόζω τη διδασκαλία αυτή στη µελέτη της ίδιας του της ζωής, ερευνώντας πώς τον επηρέασε το περιβάλλον του, οι συνεργάτες του και η ιστορική εποχή κατά την οποία έζησε, και πώς εκείνος άλλαξε µε την πάροδο του χρόνου.

Ο Μπούκτσιν έγινε πρώτη φορά γνωστός ως αναρχικός µε την έκδοση του Post Scarcity Anarchism, το 1971. Ωστόσο, η σχέση του µε αυτή την ιδεολογία δεν υπήρξε ποτέ απλή ούτε δίχως παλινωδίες. Στην πραγµατικότητα, µόλις δύο χρόνια µετά την έκδοση του Post-Scarcity, το 1973, έγραφε σε µια επιστολή ότι υπήρχαν προβλήµατα µε την έννοια του αναρχισµού που δεν ήταν καθόλου σίγουρος ότι µπορούσαν να επιλυθούν και ότι ίσως χρειαζόταν µια νέα λέξη. Δηλαδή, ακόµη και εάν υποστήριζε δηµόσια τον αναρχισµό, έχοντας µόλις γίνει ένας διάσηµος αναρχικός, κατ’ ιδίαν είχε αµφιβολίες για αυτόν.

Πώς, λοιπόν, έγινε ο Μπούκτσιν αναρχικός; Γιατί επέλεξε να αυτοπροσδιοριστεί ως αναρχικός για πρώτη φορά το 1964, στο “Ecology and Revolutionary Thought”;

Μπορούµε µε βεβαιότητα να πούµε πως επρόκειτο για την κατάληξη µιας µακροχρόνιας διαδικασίας. Ήταν ήδη 43 χρονών. Άκουγε για τον αναρχισµό από τότε που ήταν νέος. Όταν ήταν έφηβος, ένας σπιτονοικοκύρης του που ήταν αναρχικός του έδωσε να διαβάσει ένα αντίτυπο του «Προς τους Νέους» (“Appeal to the Youth”) του Κροπότκιν, όµως δεν το βρήκε γοητευτικό. Μελέτησε την επαναστατική ιστορία και θεωρία, και εποµένως ήταν εξοικειωµένος µε τον αναρχισµό ως κοµµάτι της ριζοσπαστικής ιστορίας. Κατά τη δεκαετία του ’40 γνώρισε τον, αναρχικό τότε, Dwight Macdonald. Έτσι, για δεκαετίες ήξερε για τον αναρχισµό αλλά δεν ενδιαφερόταν γι’ αυτόν. Πολύ περισσότερο δεν είχε κάτσει κάτω να διαβάσει Μπακούνιν και Κροπότκιν και να σκεφτεί «Α, αυτό είναι για µένα».

Πώς λοιπόν έγινε αναρχικός; Από το 1948 έως περίπου το 1963 υπήρξε µέλος µιας πολιτικής οµάδας στη Νέα Υόρκη που λεγόταν «Contemporary Issues» ή CI, από το όνοµα ενός περιοδικού που εξέδιδαν. Αυτή ήταν µια ριζοσπαστική οµάδα που επιβίωσε της περιόδου του Μακάρθυ, της εποχής της συντριβής των κόκκινων στις απαρχές του Ψυχρού Πολέµου όταν εξαλείφθηκε το µεγαλύτερο µέρος της αριστεράς των Ηνωµένων Πολιτειών. Η συµµετοχή σε αυτή τη µικρή οµάδα κράτησε τον Μπούκτσιν διανοητικά ζωντανό κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’50. Επί της ουσίας, αυτοί οι άνθρωποι ήταν πρώην τροτσκιστές και προσπαθούσαν να καθορίσουν πώς θα µπορούσαν να διατυπώσουν µια θεωρία και να οργανώσουν ένα νέο αριστερό πολιτικό κίνηµα.

Επέµεναν ότι µια νέα αριστερά δεν έπρεπε να είναι η συνέχεια της σταλινικής αριστεράς, της τροτσκιστικής αριστεράς, ή ακόµα και του µαρξισµού. Τα µέλη της οµάδας CI ήταν λίγο πολύ αντιεξουσιαστές. Και ένα πράγµα που τους απασχολούσε πολύ ήταν η οργανωτική δοµή του εν δυνάµει νέου αριστερού κινήµατος που ήθελαν να διαµορφώσουν. Σύµφωνα µε τον ορισµό του ηγέτη της οµάδας (και πατρικής φιγούρας του Μπούκτσιν) Joseph Weber, το κίνηµα έπρεπε να χαρακτηρίζεται από διαφάνεια, να είναι αντιγραφειοκρατικό και τουλάχιστον κατά κάποιον τρόπο δηµοκρατικό, επιτρέποντας πάντα τον ελεύθερο διάλογο. Αυτό ακουγόταν ωραίο, αλλά δεν ήταν και πολύ ξεκάθαρο ποια µορφή τελικά θα έπαιρνε. 

Ορισµένοι/ες  έχουν µπει στον πειρασµό να σκεφτούν ότι ο Μπούκτσιν έγινε αναρχικός κάτω από την επίδραση του Weber. Ο Weber, όµως δεν ήταν αναρχικός-για την ακρίβεια υποστήριζε ένα γερµανικό πολιτικό κόµµα της δεκαετίας του ’50. Και δεν αποκαλούσε τον εαυτό του αναρχικό. Πράγµατι, σύµφωνα µε τα µέλη της Contemporary Issues από τα οποία πήρα συνέντευξη, η οµάδα δεν συζητούσε καθόλου για τον αναρχισµό, ενώ ούτε στο οµώνυµο περιοδικό βρήκα ουσιαστικές αναφορές σε αυτόν.

Ο Μπούκτσιν ήταν ένας άνθρωπος που προσανατολιζόταν προς τη θεωρία, ο νους του ήταν εµποτισµένος µε την αφηρηµένη θεωρία και τις αφηρηµένες αρχές. Αγαπούσε πολύ τις ιδέες- συχνά έλεγε ότι η θεωρία ήταν που τον διατήρησε ριζοσπάστη όλη του τη ζωή. Αλλά δεν ήταν ένας άνθρωπος µε τα µυαλά του πάνω από το κεφάλι του, ένας άνθρωπος που πετούσε στα σύννεφα. Μπορούσε να παρατηρεί την πραγµατικότητα και έξω από τα βιβλία.  Και το έκανε αυτό πολύ κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’40, όταν έγινε φανερό πως η εργατική τάξη δεν ήταν επαναστατική.

Η µαρξιστική θεωρία υποστήριζε ότι υπό τον καπιταλισµό το προλεταριάτο θα υφίστατο τέτοια εκµετάλλευση ώστε οι συνθήκες ζωής του θα γίνονταν ανυπόφορες. Οι εργάτες θα έφταναν στα όριά τους µη µπορώντας να ανεχθούν άλλο την εκµετάλλευση. Θα εξεγείρονταν ενάντια σε ολόκληρη την κοινωνική τάξη, θα την κατέστρεφαν και θα την αντικαθιστούσαν µε τον σοσιαλισµό. Στη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσµιου Πολέµου πολλοί µαρξιστές θεωρούσαν ότι το προλεταριάτο θα ενεργούσε µε αυτόν ακριβώς τον τρόπο στο τέλος του πολέµου, όπως οι Ρώσοι εργάτες είχαν ξεσηκωθεί στο τέλος του Πρώτου Παγκοσµίου Πολέµου. Αλλά οι εργάτες/τριες δεν επαναστάτησαν, δεν έφθασαν στο τελικό όριο της εξαθλίωσης· αντίθετα, βρήκαν τρόπους να συµµετάσχουν στην µεταπολεµική ευηµερία της δεκαετίας του ’50.

Όµως ο Μπούκτσιν (καθώς και οι φίλοι του στην CI), εξακολουθούσαν να είναι αντικαπιταλιστές επαναστάτες. Έπρεπε να υπάρχει κάποιου είδους κίνητρο εντός της κοινωνίας, κάποια υλική βάση για τη θεµελιώδη αλλαγή. Έτσι στις αρχές της δεκαετίας του ’50, ο Μπούκτσιν παρακολουθούσε τις ειδήσεις και διάβαζε τις εφηµερίδες. Ποιες κοινωνικές δυνάµεις ήταν εν δυνάµει επαναστατικές; Ποια ήταν τα όρια του καπιταλισµού;  

Παρατήρησε ότι οι επιστήµονες είχαν αρχίσει να διατυπώνουν ανησυχίες για τα χηµικά, ιδιαίτερα για τα χηµικά στα τρόφιµα (προστιθέµενα ως συντηρητικά και χρωστικές κλπ.). Αυτά τα χηµικά µπορούσαν να προκαλέσουν προβλήµατα στην ανθρώπινη υγεία, ακόµη και να οδηγήσουν σε θάνατο από καρκίνο και άλλες ασθένειες. Ο Μπούκτσιν σκέφτηκε ότι αυτό ήταν το όριο του καπιταλισµού: η ανθρώπινη υγεία. Οι απλοί άνθρωποι που ζούσαν σε κοινότητες σε όλον τον βιοµηχανικό κόσµο σίγουρα δεν θα ανέχονταν για πολύ καιρό τέτοιες απειλές εναντίον της υγείας τους.

Στην πραγµατικότητα, κατά τη δεκαετία του ’50 η χηµική βιοµηχανία άνθιζε, και τα χηµικά χρησιµοποιούνταν παντού. Ήταν η εποχή του DDT και «µιας καλύτερης ζωής µέσω της χηµείας». Οι επιστήµονες, όµως, έλεγαν ότι τα χηµικά κατέληγαν στον αέρα που ανέπνεαν και στο νερό που έπιναν οι άνθρωποι. Η ρύπανση του αέρα και των υδάτων εξελισσόταν σε πρόβληµα που λάµβανε τη χειρότερη µορφή του στις µεγάλες πόλεις, ειδικά στις µεγάλες µητροπολιτικές περιοχές- στις µεγαλουπόλεις. Λόγω της συγκέντρωσης τόσο πολλών ανθρώπων και τόσο πολλών βιοµηχανιών σε µικρές γεωγραφικές εκτάσεις, η επιδείνωση των συνθηκών υγείας ήταν βέβαιο πως θα οδηγούσε τους ανθρώπους στα όρια της υποµονής και της ανοχής τους.

Οι πόλεις ήταν επίσης επικίνδυνες και για άλλους λόγους. Οι κοινωνικές συνθήκες στις αµερικανικές πόλεις γίνονταν ανυπόφορες. Υπήρχε µια πυκνή συγκέντρωση πληθυσµού. Ο συνωστισµός στους  υπόγειους σταθµούς, προκαλούσε «σωµατικό και νευρικό άγχος», όπως έγραψε ο Μάρεϊ το 1958. Η κυκλοφοριακή συµφόρηση καταβρόχθιζε τους δρόµους της πόλης. Νέοι δρόµοι ταχείας κυκλοφορίας κατέστρεφαν τις παλιές γειτονιές, υποβιβάζοντας «τα σπίτια και τις αγορές … σε υποπροϊόντα του αυτοκινητόδροµου και του αυτοκινήτου.» Το ψυχρό και απρόσωπο περιβάλλον της πόλης υποβάθµιζε την ανθρώπινη ζωή, τόσο αισθητικά όσο και πνευµατικά, ωθώντας τους κατοίκους στα ψυχολογικά τους όρια.

Και σε αυτές τις τεράστιες πόλεις, η εργασία απεκδύθηκε οποιουδήποτε νοήµατος. Για τους κατοίκους των αστικών περιοχών η άσκηση ενός επαγγέλµατος δεν είχε πια κανένα περιεχόµενο. Η εργασία ήταν άχρηστη, ανιαρή και γεµάτη επαναλήψεις, δεν διέθετε ίχνος φαντασίας και δηµιουργικότητας. Η ίδια η δυνατότητα της εργασίας είχε µετατραπεί σε προϊόν. Οι πολίτες είχαν µετατραπεί σε καταναλωτές και σε φορολογούµενους. Η πολιτική σφαίρα ήταν ανύπαρκτη.

Υπό αυτές τις συνθήκες οι άνθρωποι γινόταν στην καλύτεροι περίπτωση αδιάφοροι ο για τον άλλο και στη χειρότερη αποκτηνωµένοι. Ακόµη και η οικογενειακή ζωή υπέφερε. Οι άνθρωποι έχαναν την κοινωνική βάση της ατοµικότητάς τους, και πολύτιµων προσωπικών αρετών όπως η ανεξαρτησία, η συµπόνια και η αίσθηση της δικαιοσύνης.

«Η εξαχρείωση καταβάλλει την Αµερικανική αστική ζωή», έγραφε ο Μπούκτσιν (211) Εντωµεταξύ η ίδια η πόλη αποκτούσε «εξουσιαστικό χαρακτήρα». Η πόλη γίνεται «ένα απλό συνονθύλευµα από αποθαρρυµένους ανθρώπους διασκορπισµένους µέσα σε παγερές, άµορφες δοµές.» (197)

Ο Μπούκτσιν απέδιδε τουλάχιστον ένα µεγάλο µέρος του προβλήµατος στο µέγεθος της µεγαλουπόλεως, στον ίδιο τον γιγαντισµό της. Αυτό εννοούσε όταν έγραφε ότι η Νέα Υόρκη, για παράδειγµα, άγγιζε τα όριά της: «Οι µεγαλύτερες αµερικανικές πόλεις καταρρέουν από το βάρος της υπερβολικής ανάπτυξης και του µεγέθους τους».

Τα «όρια» είναι µια εγκελιανή έννοια- όταν µια εξελικτική διαδικασία φτάνει στο «όριό» της (Grenze στα γερµανικά) αρχίζει να µεταστρέφεται στο αντίθετό της. Ο Μαρξ, επηρεασµένος από τον Χέγκελ, είχε πιστέψει ότι το προλεταριάτο θα έφτανε στο «όριό» του· εκατό χρόνια µετά ο Μπούκτσιν σκέφτηκε ότι η πόλη είχε φτάσει στο όριο της. «Οι δυνατότητες της πόλης έχουν εξαντληθεί», έγραφε στο άρθρο του “The Limits of the City” (Τα όρια της πόλης) το 1958.

Σκεφτόταν, στην πραγµατικότητα αξίωνε, ότι οι άνθρωποι θα απέρριπταν τον ανώνυµο γιγαντισµό και την ανεξέλεγκτη εµπορευµατοποίηση και θα προτιµούσαν µια πόλη σε ανθρώπινη κλίµακα. «Είναι δύσκολο να πιστέψουµε πως η σύγχρονη µητρόπολη µπορεί να βελτιωθεί ή να αλλάξει σε σηµαντικό βαθµό. Μπορεί µόνο να διαλυθεί» (215). Σίγουρα οι κάτοικοι των πόλεων θα έκαναν εκείνο που δεν έκανε το προλεταριάτο – θα εξεγείρονταν και θα επιβεβαίωναν πως ήταν άνθρωποι· θα απαιτούσαν µια ανθρώπινη κοινωνία. Θα απαιτούσαν να αποκεντρωθεί η µεγαλούπολη σε µικρές µονάδες, σε µικρές πόλεις. Θα το έκαναν αυτό, όχι για κάποιον αλτρουιστικό λόγο αλλά για το δικό τους συµφέρον, έτσι ώστε να µπορούν να είναι σωµατικά και διανοητικά υγιείς, η ζωή και η εργασία τους να έχουν νόηµα, η συµµετοχή στην πολιτική σφαίρα να είναι δυνατή, ώστε να µην είναι «κενοί/ες περιεχοµένου».

Ο Μπούκτσιν πίστευε ότι είχε βρει στη σωµατική και διανοητική υγεία του αστικού πληθυσµού ένα νέο όριο του καπιταλισµού. Έτσι έγινε αποκεντρωτικός, και η αποκέντρωση έγινε η πολιτική ιδέα που τον ενεργοποιούσε. Πρώτη φορά έγραψε για την αποκέντρωση το 1952, περίπου δώδεκα χρόνια πριν γράψει για τον αναρχισµό.

Επιπλέον, κατά τη γνώµη του η αποκέντρωση είχε µια υλική προϋπόθεση, κάτι που θα την ενίσχυε, και αυτό ήταν η σύγχρονη τεχνολογία. Ο αυτοµατισµός, οι ηλεκτρονικές επικοινωνίες, η σµίκρυνση, οι µονάδες µικρής κλίµακας, οι ανανεώσιµες πηγές ενέργειας – αυτές οι νέες τεχνολογίες θα καθιστούσαν δυνατή την κοινωνική και πολιτική αποκέντρωση της κοινωνίας. Θα επέτρεπαν την αποκέντρωση της µαζικής  παραγωγής και την ενσωµάτωσή της σε µια τοπικής κλίµακας ποιοτική παραγωγή. Σε αυτήν τη µικρή κλίµακα τα οφέλη της βιοµηχανικής κοινωνίας θα µπορούσαν να έρθουν σε ισορροπία µε τη γεωργία.

Βέβαια, στα τέλη της δεκαετίας του ’50 πολλοί συγγραφείς στις Η.Π.Α. και τη Μεγάλη Βρετανία ασκούσαν κριτική στις αλλαγές στην πόλη, στη νέα αστική ζωή. Στις ΗΠΑ το κίνηµα Garden City – αποτελούµενο από τον συγγραφέα Lewis Mumford, τον αρχιτέκτονα και πολεοδόµο Clarence Stein και άλλους – ήθελε να επιτύχει µια µικρής κλίµακας πόλη σε ισορροπία µε τον φυσικό κόσµο. Οι Mumford και Stein, αντλώντας στοιχεία από τους Βρετανούς προδρόµους τους, τους Ebenezer Howard και Patrick Geddes, έγραψαν για πόλεις µε ζώνες κοινοτικού πρασίνου, για την ενσωµάτωση πόλης και υπαίθρου. Ο Μπούκτσιν γνώριζε και σεβόταν αυτή την πολεοδοµική παράδοση αλλά θεωρούσε ότι «σπανίως  υπερέβαινε µερικές πειραµατικές κοινότητες ή προϊόντα» (213). Τα πρακτικά της αποτελέσµατα ήταν µικρά.

Ριζοσπάστης σε όλη του τη ζωή, ο Μπούκτσιν είχε πάντοτε κάποια ιδεολογική στέγη. Ως ιδεολόγος στοχαστής, είχε ανάγκη από µια πολιτική παράδοση στην οποία να µπορεί να ενταχθεί και νοµίζω ότι τελικά στράφηκε στον αναρχισµό γιατί αποτελούσε την κατάλληλη ιδεολογική στέγη για το πρόταγµα της αστικής αποκέντρωσης. Σε τελική ανάλυση ο αναρχισµός ήταν αντιεξουσιαστικός και αντικρατικός. Βρισκόταν σε κατάσταση σχετικής ύπνωσης· κατά τα τέλη της δεκαετίας του ’50 και τις αρχές του ’60 ελάχιστοι άνθρωποι αυτοαποκαλούνταν αναρχικοί. Ο αναρχισµός φαινόταν λοιπόν σαν λευκό χαρτί και ο Μπούκτσιν µπορούσε να τον αναβιώσει µε τους δικούς του όρους. Ο Μπούκτσιν έγινε αναρχικός, όχι γιατί απεχθανόταν το κράτος (αν και συνέβαινε και αυτό) αλλά γιατί απεχθανόταν τη µεγαλούπολη.

Βέβαια, εάν οι άνθρωποι επρόκειτο να αποκεντρώσουν τις πόλεις τους και να δηµιουργήσουν µια νέα ορθολογική κοινωνία, θα  χρειαζόταν να αναπτύξουν το κίνηµα και τους θεσµούς που θα υλοποιούσαν αυτό το τεράστιο εγχείρηµα. Ανέφερα νωρίτερα ότι η οµάδα CI είχε ασχοληθεί µε το ζήτηµα της οργάνωσης· για τον Μπούκτσιν το ζήτηµα αυτό ήταν πάντοτε παρόν. Ποια θα ήταν η θεσµική δοµή για τη διακυβέρνηση της αποκεντρωµένης πόλης;

Στο άρθρο “The Limits of the City” που έγραψε το 1958, αναφέρεται στην «δηµοκρατία πρόσωπο µε πρόσωπο», επισηµαίνοντας ότι ο Clarence Stein, ένας από τους συγγραφείς του Green Cities, την είχε προτείνει. Ο Stein, έλεγε ο Μπούκτσιν, «ορθά επιµένει» ότι «η µεγέθυνση των αστικών περιοχών» πρέπει «να περιοριστεί αυστηρά από µια πρόσωπο µε πρόσωπο δηµοκρατία» (215). Ο Μπούκτσιν µελετούσε την αθηναϊκή δηµοκρατία, σύµφωνα µε τους θεσµούς της οποίας οι πολίτες (άντρες τότε) διαβουλεύονταν και ψήφιζαν σε συνελεύσεις. Κάτι ανάλογο συνέβαινε στις κοµούνες της πρώιµης µεσαιωνικής Ευρώπης, στους τοµείς του Παρισιού κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Γαλλικής Επανάστασης, στις δηµοτικές συνελεύσεις της Νέας Αγγλίας κατά την Αµερικανική Επανάσταση και στις αρχές του εικοστού αιώνα στα ρωσικά σοβιέτ, τα συµβούλια των εργατών. Η προσπάθειά του να ανιχνεύσει την παράδοση της άµεσης πρόσωπο µε πρόσωπο δηµοκρατίας συνεχίστηκε για δεκαετίες, αποκαλύπτοντας τόπους όπου η κοινοτική ζωή διαρθρωνόταν σε ανθρώπινη κλίµακα και παρείχε την κοινωνική και πολιτική βάση για µια ελεύθερη κοινωνία πλήρως ανεπτυγµένων ατόµων.

Εφόσον µπορούσαν οι άνθρωποι να ζήσουν στην άµεση πρόσωπο µε πρόσωπο δηµοκρατία σε αυτά τα µέρη, θα µπορούσαν και στην Νέα Υόρκη του εικοστού αιώνα. Όταν ο Μπούκτσιν ξεκίνησε να γράφει για τον αναρχισµό το 1964, ενσωµάτωσε σε αυτόν όλες αυτές τις ιδέες, µαζί µε τις απόψεις του για την οικολογία και τις ανανεώσιµες πηγές ενέργειας.

Με την πάροδο όµως του χρόνου ο αναρχισµός δεν αποδείχθηκε τελικά κατάλληλη στέγη για τις ιδέες του. Το πρόβληµα βρισκόταν στη φύση της προσέγγισης που ο Μπούκτσιν υποστήριξε για τη δηµιουργία αυτής της αποκεντρωµένης δηµοκρατικής κοινωνίας. Στη σκέψη του οι άνθρωποι θα µπορούσαν να δηµιουργήσουν µια τέτοια κοινωνία µόνο εφόσον είχαν πραγµατική δοµική και θεσµική εξουσία (power) που θα την έστρεφαν εναντίον της εξουσίας του κράτους και του καπιταλισµού. Δεν πίστευε ότι η δηµοκρατία θα µπορούσε να αποκτήσει τέτοια εξουσία (power) για παράδειγµα από τις διαδηλώσεις (εκτός και αν ένα κράτος βρισκόταν ήδη στα πρόθυρα της κατάρρευσης).

Σκεφτόταν ότι οι διαδηλώσεις, µε τη µικρής κλίµακας δύναµή τους, αποτελούσαν εξαιρετικά µέσα για την έκφραση πολιτικών απόψεων και για να επιδιωχθούν αλλαγές σε συγκεκριµένες πολιτικές. Ωστόσο, δεν αποτελούσαν από µόνες τους αποτελεσµατικούς αντί-θεσµούς. Ο Μπούκτσιν δεν ήθελε την επανοικειοποίηση  των δρόµων για ένα απόγευµα ή για ένα µήνα ή ακόµη και για ένα έτος. Ήθελε διαρθρωµένους θεσµούς µε διάρκεια στον χρόνο.

Ούτε πίστευε ότι η άµεση πρόσωπο µε πρόσωπο δηµοκρατία του θα µπορούσε να αποκτήσει εξουσία (power) µε τη συσσώρευση αναρχικών αντί-θεσµών, όπως οι κοοπερατίβες. Τέτοιοι θεσµοί υπάρχουν στο περιθώριο της καπιταλιστικής κοινωνίας· οι άνθρωποι µπαινοβγαίνουν σε αυτούς κατά βούληση. Αλλά δεν διαθέτουν εκείνο το είδος της εξουσίας (power) που είναι απαραίτητο, ώστε να διαµορφώσουν µια «πρόσωπο µε πρόσωπο δηµοκρατία» η οποία θα περιορίσει τη µεγέθυνση της πόλης, ή ώστε να διαµορφώσουν τη θεσµική βάση για µια αντικαπιταλιστική επανάσταση.

Πώς, λοιπόν, δηµιουργείται µια δηµοκρατία µε εξουσία (power); Ήθελε το κίνηµά του να καταλάβει τους κυβερνητικούς θεσµούς µικρής κλίµακας (δήµοι, συνοικίες, κωµοπόλεις, χωριά) και να τους εκδηµοκρατίσει, µετασχηµατίζοντάς τους σε λαϊκές συνελεύσεις. Δηλαδή, ήθελε να δαγκώσει ένα κοµµάτι αυτού που οι αναρχικοί θεωρούν ως κράτος, και να το µασήσει µέχρι αυτό να εκδηµοκρατιστεί, και τότε να το χρησιµοποιήσει ως βάση για µια πάλη εξουσίας ενάντια στην υπόλοιπη κοινωνία και το κράτος. Θεωρούσε ότι οι τοπικές κυβερνητικές δοµές ήταν πιο πιθανό µακροπρόθεσµα να παραµείνουν δηµοκρατικές και υπόλογες στο λαό. Δεν υπήρχε, βέβαια, καµία εγγύηση για αυτό, αλλά ήταν πάρα πολύ πιθανό.

Και δεν µπορούσε να σκεφτεί καµία εύλογη εναλλακτική που θα ικανοποιούσε όλες τις απαιτήσεις. Θεωρούσε ότι, εάν περιµένουµε από την µικρής κλίµακας δύναµη των διαδηλώσεων και των κοοπερατίβων να δηµιουργήσει µια αποκεντρωµένη κοινωνία, θα πρέπει να περιµένουµε πάρα πολύ. Ο Μπούκτσιν προσπάθησε αλλά απέτυχε να πείσει τους αναρχικούς να δοκιµάσουν τη στρατηγική του. Οι αναρχικοί αρνήθηκαν επανειληµµένα, και εποµένως εκείνος έπρεπε να εγκαταλείψει τον αναρχισµό.

Προσπάθησα να καταδείξω ότι η αφοσίωση του Μπούκτσιν στον αναρχισµό ήταν δευτερεύουσα σε σχέση µε την αφοσίωσή του στις δικές του ιδέες, που στην ουσία τους είχαν διαµορφωθεί πριν εκείνος ενστερνιστεί τον αναρχισµό. Δεν ενδιαφερόταν να συµµορφώσει τις ιδέες του στον αναρχικό τρόπο σκέψης ως αυτοσκοπό. Ο Μπούκτσιν ήταν άνθρωπος της ιδεολογίας, αλλά η προθυµία του να εξετάζει την ουσία µιας ιδεολογικής παράδοσης δεν τον έκανε αγαπητό στους συντρόφους του. Ο πρωτότυπος νους του τον είχε οδηγήσει κάποτε σε αντιπαράθεση µε τον µαρξισµό· τελικά τον οδήγησε και εκτός των ορίων του αναρχισµού.

Σε κάθε περίπτωση, έµεινε πιστός στις ιδέες του, αµφιλεγόµενες όπως ήταν πάντα, για µισό αιώνα. Τις υποστήριζε οπουδήποτε και αν πήγαινε, ανεξάρτητα από το τι σκέφτονταν οι άλλοι. Πάντως, ως αντικρατιστής, ένωνε τη φωνή του µε τους αναρχικούς στην ιαχή Viva comunismo libertario! (Ζήτω ο ελευθεριακός κοµµουνισµός)

Janet Biehl

µετάφραση: Ελίζα Κολοβού