Η αναρχική κοινωνιολογία του φεντεραλισμού του Κόλιν Γουόρντ

Το κείµενο αυτό δηµοσιεύτηκε στην εφηµερίδα Freedom (27η Ιούνη, 11η Ιούλη 1992). Ο Κόλιν Γουόρντ (Colin Ward: 1924-) υπήρξε διευθυντής της αγγλικής εφηµερίδας Ελευθερία (Freedom) και ιδρυτής του περιοδικού Αναρχία (Anarchy). Έχει γράψει βιβλία για την πολιτική, την αρχιτεκτονική και την εκπαίδευση. Στο παρελθόν έχει δηµοσιευτεί στην Ευτοπία (τ. 2) κείµενό του µε τίτλο «Μια αναρχική προσέγγιση της πολεοδοµίας».

Ο µικρός αριθµός παιδιών σε κάθε ευρωπαϊκή χώρα που είχε την ευκαιρία να µελετήσει την ιστορία της Ευρώπης, καθώς και του δικού του έθνους, έµαθε ότι υπήρξαν δύο κορυφαία γεγονότα κατά τον 19ο αιώνα: η ενοποίηση της Γερµανίας που επιτεύχθηκε από τον Βίσµαρκ και τον αυτοκράτορα Γουλιέλµο Α΄, και η ενοποίηση της Ιταλίας η οποία επιτεύχθηκε από τους Καβούρ, Ματσίνι, Γκαριµπάλντι και Βιττόριο Εµανουέλε Β΄.

Το σύνολο του κόσµου, που εκείνη την εποχή ταυτιζόταν µε τον ευρωπαϊκό κόσµο, καλωσόρισε αυτούς τους θριάµβους. Η Γερµανία και η Ιταλία είχαν αφήσει πίσω όλα εκείνα τα µικρά πριγκιπάτα, τα βασίλεια, τις πόλεις-κράτη και τις παπικές επαρχίες, προκειµένου να γίνουν εθνικά κράτη, αυτοκρατορίες και κατακτητές. Είχαν γίνει σαν τη Γαλλία, της οποίας οι µικροί τοπικοί δεσπότες τελικά ενοποιήθηκαν διά της βίας, πρώτα από τον Λουδοβίκο ΙΔ΄ µε το µεγαλοπρεπές σλόγκαν του «Το Κράτος είµαι Εγώ», και κατόπιν από το Ναπολέοντα, κληρονόµο της Μεγάλης Επανάστασης, ακριβώς όπως ο Στάλιν ο οποίος κατά τον εικοστό αιώνα κατασκεύασε το διοικητικό µηχανισµό προκειµένου να εξασφαλίσει ότι ήταν αληθινός. Ή είχαν γίνει σαν την Αγγλία, της οποίας οι βασιλιάδες (και ο ένας δηµοκρατικός κυβερνήτης Oliver Cromwell) είχαν κατακτήσει επιτυχώς τα ουαλικά, τα σκωτσέζικα και τα ιρλανδικά εδάφη και συνέχισαν προκειµένου να κυριαρχήσουν στον υπόλοιπο κόσµο εκτός της Ευρώπης. Το ίδιο πράγµα συνέβαινε και στο άλλο άκρο της τελευταίας. Ο Ιβάν Δ΄,  επονοµαζόµενος ορθά «Ο Τροµερός», κατέκτησε την κεντρική Ασία ως τον Ειρηνικό, και ο Πέτρος Α΄, γνωστός ως «ο Μεγάλος», χρησιµοποιώντας τις τεχνικές που έµαθε στη Γαλλία και την Αγγλία, κατέλαβε τη Βαλτική, το µεγαλύτερο µέρος της Πολωνίας και τη Δυτική Ουκρανία.

Οι πιο προχωρηµένες απόψεις παντού στην Ευρώπη καλωσόρισαν το γεγονός ότι η Γερµανία και Ιταλία είχαν προσχωρήσει στο κλαµπ των εθνικών και ιµπεριαλιστικών δυνάµεων. Τα τελικά αποτελέσµατα στον 20ο αιώνα ήταν οι φοβερές περιπέτειες των κατακτήσεων, η συντριπτική απώλεια σε ζωές νέων αντρών προερχόµενων από τα χωριά της Ευρώπης κατά τη διάρκεια των δύο παγκόσµιων πολέµων, και η άνοδος λαϊκών δηµαγωγών όπως ο Χίτλερ και ο Μουσολίνι καθώς και των µιµητών τους, που µέχρι και τις µέρες µας υποστηρίζουν ότι «Το Κράτος είµαι Εγώ». 

Συνεπώς, κάθε έθνος είχε µια γκάµα πολιτικών όλων των πεποιθήσεων που υποστήριζαν την ευρωπαϊκή ενότητα από κάθε άποψη: οικονοµική, κοινωνική, διοικητική και, βεβαίως, πολιτική.

Περιττό να αναφερθεί ότι στις προσπάθειες για την ενοποίηση που προωθήθηκαν από τους πολιτικούς έχουµε ένα µεγάλο πλήθος αξιωµατούχων στις Βρυξέλλες, οι οποίοι εκδίδουν διατάγµατα σχετικά µε το ποιές ποικιλίες σπόρων λαχανικών ή ποια συστατικά των χάρµπουγκερ ή του παγωτού µπορούν να πωλούνται στα καταστήµατα των κρατών-µελών. Οι εφηµερίδες µε χαρά δηµοσιεύουν όλες αυτές τις κοινοτοπίες. Ο Τύπος δίνει πολύ µικρότερη σηµασία σε µια άλλη εκδοχή της πανευρωπαϊκής ιδέας που εξελίχθηκε µε αφετηρία τις απόψεις που εκφράστηκαν στο Στρασβούργο από ανθρώπους µε αντιλήψεις που καλύπτουν όλο το πολιτικό φάσµα. Οι τελευταίοι διεκδίκησαν τη δηµιουργία µιας Ευρώπης των Περιφερειών, τολµώντας να υποστηρίξουν ότι το εθνικό κράτος αποτέλεσε ένα φαινόµενο που εµφανίζεται από το δέκατο έκτο έως το δέκατο ένατο αιώνα, το οποίο δεν θα είχε κανένα χρήσιµο µέλλον στον 21ο αιώνα. Το επερχόµενο ιστορικό διοικητικό µοντέλο µέσα σε µια οµόσπονδη Ευρώπη που πασχίζουν να ανακαλύψουν θα αφορά σε µια σύνδεση µεταξύ, ας πούµε, της Καλαβρίας, της Ουαλίας, της Ανδαλουσίας, της Ακουϊτανίας, της Γαλικίας ή της Σαξονίας ως περιφερειών µάλλον, παρά ως εθνών, που αναζητούν την περιφερειακή τους ταυτότητα, σε οικονοµικό και πολιτιστικό επίπεδο, την οποία είχαν χάσει µε την ενσωµάτωσή τους στο εθνικό κράτος, όπου το κέντρο βάρους βρίσκεται αλλού.

Μέσα στη µεγάλη παλίρροια του εθνικισµού το δέκατο ένατο αιώνα υπήρξε µια χούφτα προφητικών και αιρετικών φωνών που προέβαλλαν ένα διαφορετικό φεντεραλισµό. Είναι τουλάχιστον εντυπωσιακό το γεγονός ότι εκείνοι των οποίων τα ονόµατα ακόµη µνηµονεύονται, ήταν οι τρεις γνωστότεροι αναρχικοί διανοητές εκείνου του αιώνα: ο Πιερ-Ζόζεφ Προυντόν, ο Μιχαήλ Μπακούνιν και ο Πιοτρ Κροπότκιν. Κατά την εξέλιξή της στον εικοστό αιώνα, η πολιτική αριστερά εξέλαβε την κληρονοµιά τους ως άσχετη και την απέρριψε. Τόσο το χειρότερο για την αριστερά, αφού άνοιξε ο δρόµος προς όφελος της δεξιάς που κατόρθωσε να επιβάλλει τη δική της ατζέντα τόσο για το ζήτηµα του φεντεραλισµού όσο και για εκείνο του περιφερισµού (regionalism). Ας ακούσουµε, έστω για λίγο, εκείνους τους αναρχικούς πρόδροµους.

Ο Προυντόν

Πρώτος ήταν ο Προυντόν που αφιέρωσε δύο από τις ογκώδεις εργασίες του στην ιδέα της οµοσπονδίας σε αντίθεση µε εκείνη του έθνους-κράτους. Αυτές ήταν  Η Οµοσπονδία και η Ένωση στην Ιταλία του 1862 και τον επόµενο χρόνο το βιβλίο του Για την Αρχή της Οµοσπονδίας.
Ο Προυντόν ήταν πολίτης ενός ενοποιηµένου, συγκεντρωτικού έθνους-κράτους, µε αποτέλεσµα να υποχρεωθεί να διαφύγει στο Βέλγιο. Και ανησυχούσε για την ενοποίηση της Ιταλίας σε πολλά και διάφορα επίπεδα. Στο βιβλίο του Για τη Δικαιοσύνη του 1858 ισχυρίστηκε ότι η δηµιουργία της Γερµανικής Αυτοκρατορίας θα έφερνε µόνο προβλήµατα στους Γερµανούς και στην υπόλοιπη Ευρώπη, επιχειρηµατολογία που  ακολούθησε και όσον αφορά την πολιτική της Ιταλίας.

Στο κατώτερο επίπεδο υπήρχε η ιστορία, όπου φυσικοί παράγοντες όπως η γεωλογία και το κλίµα είχαν διαµορφώσει τοπικά έθιµα και στάσεις. «Η Ιταλία», ισχυριζόταν, «είναι οµόσπονδη µέσω του συντάγµατος της επικράτειάς της, της διαφορετικότητας των κατοίκων της, σύµφωνα µε τη φύση της ιδιοφυΐας της, τα ήθη της, την ιστορία της. Είναι οµόσπονδη µε όλο της το είναι, και ήταν έτσι ανέκαθεν…  Και µε την οµοσπονδία θα την κάνετε εξίσου και τόσες φορές ελεύθερη όσο και µε το να της δίνετε ανεξάρτητα κράτη». Δεν είναι δικός µου ρόλος να υπερασπιστώ τις υπερβολές του προυντονικού λόγου, αλλά είχε άλλες αντιρρήσεις. Κατανοούσε το λόγο που οι Καβούρ και Ναπολέων Γ΄ είχαν συµφωνήσει να µετατρέψουν την Ιταλία σε µια οµοσπονδία κρατών, αλλά καταλάβαινε επίσης ότι ο Οίκος της Σαβοΐας δεν θα συµβιβαζόταν µε τίποτε λιγότερο από µια συγκεντρωτική συνταγµατική µοναρχία. Πέραν αυτού, δυσπιστούσε έναντι του φιλελεύθερου αντικληρικαλισµού του Ματσίνι, όχι λόγω κάποιας αγάπης προς τον Πάπα, αλλά επειδή αντιλαµβανόταν ότι το σύνθηµα του Ματσίνι «Θεός και λαός» µπορούσε να γίνει αντικείµενο εκµετάλλευσης από οποιονδήποτε δηµαγωγό καταλάµβανε τη διοικητική µηχανή ενός συγκεντρωτικού κράτους. Πίστευε ότι η ύπαρξη αυτού του διοικητικού µηχανισµού αποτελούσε την απόλυτη απειλή για την ατοµική και τοπική ελευθερία. Ο Προυντόν ήταν σχεδόν ο µόνος θεωρητικός του δέκατου ένατου αιώνα που αντιλήφθηκε ότι:

«Φιλελεύθερο σήµερα [το συγκεντρωτικό κράτος] µε µια φιλελεύθερη κυβέρνηση, αύριο θα γίνει µια τροµερή µηχανή κάποιου σφετεριστή δεσπότη. Αποτελεί αέναο πειρασµό για την εκτελεστική εξουσία, µια διαρκή απειλή για τις ανθρώπινες ελευθερίες. Κανένα δικαίωµα, ατοµικό ή συλλογικό, δεν µπορεί να είναι µελλοντικά εξασφαλισµένο. Ο συγκεντρωτισµός µπορεί τότε να αποκληθεί ως ο αφοπλισµός ενός έθνους προς όφελος της κυβέρνησής του...»

Ό,τι γνωρίζουµε για την ιστορία της Ευρώπης, της Ασίας, της Λατινικής Αµερικής και  της Αφρικής του εικοστού αιώνα συντείνει προς της υπεράσπιση αυτής της αντίληψης. Ούτε και ο βορειοαµερικανικός τύπος φεντεραλισµού, που τόσο όµορφα αποδόθηκε από τον Τόµας Τζέφερσον, εγγυάται την αποµάκρυνση αυτής της απειλής.  Ένας από τους Άγγλους βιογράφους του Προυντόν, ο Έντουαρντ Χάιαµς, σχολιάζει ότι: «Έχει καταστεί προφανές από την εποχή του Δεύτερου Παγκόσµιου Πόλεµου ότι οι πρόεδροι των Ηνωµένων Πολιτειών µπορούν και πράγµατι χρησιµοποιούν την οµοσπονδιακή διοικητική µηχανή µε τρόπο που χλευάζει τη δηµοκρατία». Και ο Καναδός µεταφραστής του παραφράζει το συµπέρασµα του Προυντόν ως εξής:

«Ζητήστε την άποψη των ανθρώπων ως µελών µιας µάζας και θα πάρετε απαντήσεις αλλοπρόσαλλες, ανόητες και βίαιες. Ζητήστε την άποψή τους ως µελών συγκεκριµένων οµάδων µε πραγµατική αλληλεγγύη και µε σαφή χαρακτήρα, και οι απαντήσεις τους θα είναι υπεύθυνες και σοφές. Εκθέστε τους στην πολιτική “γλώσσα” της µαζικής δηµοκρατίας, που αναπαριστά “το λαό” ως ενωµένο και αδιαίρετο και τις µειονότητες ως προδότες, και θα φέρουν τυραννία. Εκθέστε τους τους στην πολιτική γλώσσα του φεντεραλισµού, όπου ο λαός εµφανίζεται σαν ένα διαφοροποιηµένο σύνολο αληθινών ενώσεων, και θα αντισταθούν στην τυραννία µέχρι τέλους».

Αυτή η παρατήρηση αποκαλύπτει µια βαθιά εδραιωµένη κατανόηση της πολιτικής ψυχολογίας. Ο Προυντόν έβγαζε τα συµπεράσµατά του από την εξέλιξη της Ελβετικής Οµοσπονδίας, αλλά η Ευρώπη έχει να επιδείξει και άλλα παραδείγµατα σε µια σειρά εξειδικευµένων πεδίων. Οι Κάτω Χώρες φηµίζονται για τον επιεική χαρακτήρα του ποινικού συστήµατός τους. Η επίσηµη εξήγηση αυτού του γεγονότος είναι η αντικατάσταση το 1886 του Ναπολεόντειου Κώδικα «από έναν γνήσιο ολλανδικό ποινικό κώδικα», βασισµένο σε πολιτισµικές παραδόσεις όπως «η πασίγνωστη ολλανδική “ανοχή” και η τάση να γίνονται αποδεκτές οι αποκλίνουσες µειονότητες». Παραθέτω τον Ολλανδό εγκληµατολόγο Δρ. Βίλλεµ ντε Χάαν, ο οποίος εξηγεί ότι η ολλανδική κοινωνία «παραδοσιακά βασίζεται σε θρησκευτικές, πολιτικές και ιδεολογικές παρά σε ταξικές γραµµές. Οι σηµαντικές θρησκευτικές οµάδες δηµιούργησαν τους δικούς τους κοινωνικούς θεσµούς σε όλες τις µείζονες δηµόσιες σφαίρες. Η διαδικασία αυτή… είναι υπεύθυνη για τη µετατροπή µιας πραγµατιστικής, ανεκτικής γενικής στάσης σε ένα απόλυτο κοινωνικό καθήκον».

Με άλλα λόγια, είναι η διαφορετικότητα και όχι η οµοιογένεια που δηµιουργεί το είδος της κοινωνίας όπου εσύ και εγώ µπορούµε να συνυπάρξουµε πιο άνετα. Και η σύγχρονη ολλανδική συµπεριφορά έχει τη ρίζα της στη διαφορετικότητα των µεσαιωνικών πόλεων-κρατών της Ολλανδίας και της Ζηλανδίας, που εξηγούν, όσο και ο περιφερισµός του Προυντόν, ότι το επιθυµητό µέλλον για όλη την Ευρώπη βρίσκεται στη συνύπαρξη των τοπικών διαφορών.

Τη δεκαετία του 1860 ο Προυντόν άκουγε τις συζητήσεις για µια ευρωπαϊκή συνοµοσπονδία ή για τις Ηνωµένες Πολιτείες της Ευρώπης. Τα σχόλιά του ήταν τα εξής:

«Με αυτό, το µόνο που αντιλαµβάνονται είναι µια συµµαχία όλων των κρατών που υπάρχουν επί του παρόντος στην Ευρώπη, µικρών και µεγάλων, η οποία θα κατευθύνεται υπό την προεδρία ενός µόνιµου Συµβουλίου. Λαµβάνεται ως δεδοµένο ότι κάθε κράτος θα διατηρεί τη µορφή κυβέρνησης που του ταιριάζει καλύτερα. Εφόσον, όµως, κάθε κράτος θα έχει αριθµό ψήφων στο Συµβούλιο ανάλογο του πληθυσµού και της έκτασής του, τα µικρά κράτη σ’ αυτή την υποτιθέµενη συνοµοσπονδία σύντοµα θα ενσωµατωθούν στα µεγάλα...»

Ο Μπακούνιν

Ο δεύτερος από τους µέντορές µου του δέκατου ένατου αιώνα, ο Μιχαήλ Μπακούνιν, αξίζει της προσοχής µας για διάφορους λόγους. Ήταν σχεδόν ο µόνος διανοητής αυτού του αιώνα ο οποίος προέβλεψε τη φρίκη της σύγκρουσης µεταξύ των εθνικών κρατών του εικοστού αιώνα κατά τον Πρώτο και το Δεύτερο Παγκόσµιο Πόλεµο, καθώς και τη µοίρα του συγκεντρωτικού µαρξισµού στη Ρωσική Αυτοκρατορία. Το 1867 η Πρωσία και η Γαλλία φαίνονταν να ετοιµάζονται για πόλεµο µε σκοπό την ανάδειξη της αυτοκρατορίας που θα ήλεγχε το Λουξεµβούργο και αυτό το γεγονός, µέσω του πλέγµατος συµφερόντων και συµµαχιών, «απειλούσε να καταπιεί ολόκληρη την Ευρώπη». Ένας Σύνδεσµος για την Ειρήνη και την Ελευθερία συνεδρίασε στη Γενεύη, υποστηριζόµενος από εξέχοντες ανθρώπους, που προέρχονταν από διάφορες χώρες, όπως ο Τζουζέπε Γκαριµπάλντι, ο Βίκτωρ Ουγκώ και ο Τζων Στιούαρτ Μιλλ. Ο Μπακούνιν άδραξε την ευκαιρία να απευθυνθεί σε αυτό το κοινό και δηµοσίευσε τις απόψεις του υπό τον τίτλο Φεντεραλισµός, Σοσιαλισµός και Αντιθεολογισµός. Το κείµενο αυτό έθετε δεκατρία σηµεία στα οποία, σύµφωνα µε τον Μπακούνιν, το Συνέδριο της Γενεύης ήταν οµόφωνο.

Το πρώτο σηµείο διακήρυττε ότι: 

«Προκειµένου να επιτύχουµε το θρίαµβο της ελευθερίας, της δικαιοσύνης και της ειρήνης στις διεθνείς σχέσεις της Ευρώπης, και να καταστήσουµε τον εµφύλιο πόλεµο µεταξύ των λαών που συνιστούν την ευρωπαϊκή οικογένεια αδύνατο, µόνο ένας δρόµος υπάρχει: η σύσταση των Ενωµένων Πολιτειών της Ευρώπης».

Στο δεύτερο σηµείο του υποστήριζε ότι ο σκοπός αυτός συνεπάγεται ότι τα κράτη θα πρέπει να αντικατασταθούν από περιφέρειες, καθώς, όπως παρατήρησε:

«[…] Ο σχηµατισµός αυτών των Πολιτειών της Ευρώπης δεν θα µπορέσει ποτέ να προκύψει ανάµεσα σε κράτη που συγκροτούνται όπως τα σύγχρονα, λόγω της τερατώδους ανοµοιότητας  µεταξύ των διαφόρων εξουσιών τους».

Στο τέταρτο σηµείο του ισχυριζόταν ότι:

«Ακόµη και εάν αυτοαποκαλούνταν δηµοκρατία δεν θα µπορούσε ένα συγκεντρωτικό, γραφειοκρατικό και µιλιταριστικό κράτος να εισχωρήσει σοβαρά σε µια διεθνή οµοσπονδία. Λόγω του συντάγµατός του, το οποίο πάντα θα αποτελεί µια ρητή ή υπόρρητη απάρνηση της εσωτερικής ελευθερίας, αναγκαστικά θα συνεπάγεται  την κήρυξη µόνιµου πολέµου και απειλής για τις γειτονικές χώρες».

Κατά συνέπεια, το πέµπτο σηµείο του απαιτούσε:

«[…] Ότι όλοι οι υποστηρικτές της Ένωσης θα πρέπει γι’ αυτό το λόγο να διοχετεύσουν όλες τις ενέργειές τους προς την ανοικοδόµηση των διαφόρων χωρών τους ώστε να αντικαταστήσουν την παλιά οργάνωση  που θεµελιωνόταν πάνω στη βία και στην αρχή της εξουσίας µε µια νέα, βασισµένη αποκλειστικά στα συµφέροντα, στις ανάγκες και στις ροπές των λαών, και που θα έχει σαν µοναδική αρχή την ελεύθερη οµοσπονδιοποίηση των ατόµων σε κοµµούνες, των κοµµούνων σε επαρχίες, των επαρχιών σε έθνη και αυτών σε Ενωµένες Πολιτείες, πρώτα της Ευρώπης και στη συνέχεια ολόκληρου του κόσµου».

Έτσι το όραµα µεγάλωνε όλο και περισσότερο, ωστόσο ο Μπακούνιν πρόσεξε ώστε να συµπεριλάβει την αποδοχή της απόσχισης. Το όγδοο σηµείο του διακήρυττε ότι:

«Το γεγονός ότι µια περιφέρεια συναπαρτίζει µια Πολιτεία, έστω και µε εθελοντική προσχώρηση, δεν σηµαίνει σε καµία περίπτωση ότι υποχρεώνεται να παραµείνει δέσµια αυτής για πάντα. Καµία διηνεκής υποχρέωση δεν είναι αποδεκτή στην ανθρώπινη δικαιοσύνη... Το δικαίωµα στην ελεύθερη ένωση και στην εξίσου ελεύθερη απόσχιση είναι πρώτο και κύριο µεταξύ όλων των πολιτικών δικαιωµάτων.  Χωρίς αυτό µια συνοµοσπονδία δεν θα ήταν τίποτε άλλο παρά συγκαλυµµένος συγκεντρωτισµός».

Ο Μπακούνιν αναφέρεται µε θαυµασµό στην Ελβετική Συνοµοσπονδία, που, όπως το θέτει, «ασκεί τόσο επιτυχηµένα την οµοσπονδία σήµερα». Ο Προυντόν επίσης θεωρούσε σαφώς ως µοντέλο την ελβετική υπεροχή των κοµµούνων ως µονάδων κοινωνικής οργάνωσης, συνδεδεµένων µέσω των καντονιών µε ένα καθαρά διοικητικό οµοσπονδιακό συµβούλιο. Αλλά και οι δύο θυµούνταν τα γεγονότα του 1848, όταν τα αποσχιστικά καντόνια του Ζόντερµπουντ εξαναγκάστηκαν να αποδεχθούν το νέο σύνταγµα της πλειοψηφίας µε πόλεµο. Έτσι, οι Προυντόν και Μπακούνιν καταδίκαζαν την υπονόµευση του φεντεραλισµού από την αρχή της υποχρεωτικής ένωσης. Με άλλα λόγια, πρέπει να υπάρχει το δικαίωµα στην απόσχιση.

Ο Κροπότκιν

Ακριβώς εξαιτίας του αποκεντρωτικού συντάγµατός της, η Ελβετία ήταν καταφύγιο για αναρίθµητους πολιτικούς πρόσφυγες που προέρχονταν από τις αυτοκρατορίες της Αυστρο-Ουγγαρίας, της  Γερµανίας και της Ρωσίας. Ωστόσο, ένας Ρώσος αναρχικός εξορίστηκε ακόµη και από την Ελβετία. Ήταν πολύς, ακόµα και για το Ελβετικό Οµοσπονδιακό Συµβούλιο. Ήταν ο Πιότρ Κροπότκιν, που συνδέει το φεντεραλισµό του 19ου µε την περιφερειακή γεωγραφία του 20ου αιώνα.

Πέρασε τα νιάτα του ως αξιωµατικός του στρατού σε γεωλογικές εξερευνήσεις στις άπω ανατολικές επαρχίες της Ρωσικής Αυτοκρατορίας και η αυτοβιογραφία του µιλάει για την οργή που ένιωσε όταν αντιλήφθηκε πώς η κεντρική διοίκηση και η χρηµατοδότηση κατέστρεφαν οποιαδήποτε βελτίωση των τοπικών συνθηκών, µέσω της άγνοιας, της ανικανότητας και της καθολικής διαφθοράς, καθώς και µέσω της καταστροφής αρχαίων κοινοτικών θεσµών που θα µπορούσαν να επιτρέψουν στους ανθρώπους να αλλάξουν οι ίδιοι τις ζωές τους. Ο πλούσιος γινόταν πλουσιότερος, ο φτωχός γινόταν φτωχότερος και ο διοικητικός µηχανισµός ασφυκτιούσε από την ανία και τις καταχρήσεις.

Παρόµοια φιλολογία επ’ αυτού έχει αναπτυχθεί σε οποιαδήποτε αυτοκρατορία ή έθνος-κράτος, όπως στη Βρετανική και στην Αυστρο-Ουγγρική Αυτοκρατορία, και µπορεί κανείς να διαβάσει πανοµοιότυπα συµπεράσµατα στα γραπτά του Κάρλο Λέβι ή του Ντανίλο Ντόλτσι. Το 1872, ο Κροπότκιν πραγµατοποίησε την πρώτη του επίσκεψη στη Δυτική Ευρώπη και στην Ελβετία όπου µέθυσε από την ατµόσφαιρα της δηµοκρατίας, ακόµη και της αστικής. Ο βιογράφος του Μάρτιν Μίλερ εξηγεί τον τρόπο µε τον οποίο αυτό το γεγονός αποτέλεσε καµπή για τη ζωή του:

«Οι συναντήσεις και οι συζητήσεις του Κροπότκιν µε τους εργάτες στους χώρους εργασίας τους αποκάλυψαν το είδος της αυθόρµητης ελευθερίας, χωρίς την εξουσία και την κατεύθυνση εκ των άνω, το οποίο είχε ονειρευτεί. Αποµονωµένοι και αυτάρκεις, οι ωρολογοποιοί της Γιούρα εντυπωσίασαν τον Κροπότκιν ως ένα παράδειγµα που θα µπορούσε να µετασχηµατίσει την κοινωνία, αν επιτρεπόταν σε µια τέτοια κοινότητα να αναπτυχθεί  σε  µεγάλη  κλίµακα. Δεν είχε καµία αµφιβολία ότι µια τέτοια κοινότητα θα πετύχαινε, επειδή δεν υπήρχε ζήτηµα επιβολής ενός τεχνητού “συστήµατος”, όπως στην περίπτωση του εγχειρήµατος του Μουράβιεφ στη Σιβηρία, αλλά επρόκειτο για µια οργάνωση που επέτρεπε στους εργάτες να λειτουργούν σύµφωνα µε τα συµφέροντά τους, επιτρέποντας την ανάπτυξη της φυσικής δραστηριότητάς τους».

Αυτή η στιγµή ήταν καθοριστικής σηµασίας για τη ζωή του. Κατά µια έννοια, το υπόλοιπο της ζωής του το αφιέρωσε στη συλλογή τεκµηρίων για τον αναρχισµό, το φεντεραλισµό και τον περιφερισµό.

Θα ήταν λάθος να θεωρηθεί  ότι η προσέγγιση που ανέπτυξε αποτελεί απλώς  ένα ακαδηµαϊκό ζήτηµα ιστορίας. Για να το αποδείξω αυτό, αρκεί να αναφερθώ στη µελέτη του Καµίλο Μπερνέρι, Μια Ρωσική Οµοσπονδία, Πέτρος Κροπότκιν, που δηµοσιεύτηκε το 1922. Ο Μπερνέρι παραθέτει την «Επιστολή προς τους Εργάτες της Δυτικής Ευρώπης», την οποία ο Κροπότκιν επέδωσε στην πολιτικό του Βρετανικού Εργατικού Κόµµατος Μάργκαρετ Μπόντφηλντ, τον Ιούνιο του 1920. Σε αυτήν έγραφε:

«Η Αυτοκρατορική Ρωσία πέθανε και δεν πρόκειται να αναβιώσει. Το µέλλον των διαφόρων επαρχιών που συνέθεταν την Αυτοκρατορία θα κατευθυνθεί προς µια µεγάλη οµοσπονδία. Οι φυσικές επικράτειες των διαφόρων τµηµάτων αυτής της οµοσπονδίας µε κανέναν τρόπο δεν είναι διακριτές από εκείνες τις οποίες ήδη γνωρίζουµε από την ιστορία, την εθνογραφία και την οικονοµική ζωή της Ρωσίας.  Οποιεσδήποτε προσπάθειες συγκέντρωσης των συστατικών τµηµάτων της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, όπως της Φινλανδίας, των Βαλτικών επαρχιών, της Λιθουανίας, της Ουκρανίας, της Γεωργίας, της Αρµενίας, της Σιβηρίας και των υπολοίπων κάτω από µια κεντρική εξουσία είναι καταδικασµένες σε βέβαιη αποτυχία. Το µέλλον της οντότητας που υπήρξε η Ρωσική Αυτοκρατορία κατευθύνεται προς ένα φεντεραλισµό ανεξάρτητων µονάδων».

Εσείς κι εγώ, σήµερα, µπορούµε να αντιληφθούµε την επικαιρότητα αυτής της άποψης, παρότι αγνοήθηκε ως εντελώς ανυπόστατη για εβδοµήντα χρόνια. Ως εξόριστος στη Δυτική Ευρώπη, ο Κροπότκιν είχε άµεση επαφή µε ένα φάσµα πρωτοπόρων της σκέψης περί περιφερειών. Η σχέση µεταξύ του περιφερισµού και του αναρχισµού περιγράφηκε λεπτοµερώς σε όλη της την έκταση -ή ακόµη και την υπερβολή- από τον Πήτερ Χωλ, γεωγράφο και διευθυντή του Ινστιτούτου Αστικής και Περιφερειακής Ανάπτυξης του Μπέρκλεϊ της Καλιφόρνια, στο βιβλίο του Πόλεις του Αύριο (1988). Ο ίδιος ο Ελυζέ Ρεκλύ, αναρχικός γεωγράφος και σύντροφος του Κροπότκιν, υποστήριζε τις µικρής κλίµακας ανθρώπινες κοινωνίες, βασισµένες στην οικολογία των περιοχών τους. Ο Πωλ Βιντάλ ντε λα Μπλανς, ένας άλλος ιδρυτής της Γαλλικής γεωγραφίας, υποστήριζε ότι «η περιφέρεια ήταν κάτι περισσότερο από ένα αντικείµενο µελέτης, καθώς προµήθευε τη βάση για την ολοκληρωτική ανοικοδόµηση της κοινωνικής και πολιτικής ζωής». Για τον Βιντάλ, όπως εξηγεί ο καθηγητής Χωλ, όχι το έθνος αλλά η περιφέρεια «ως η κινητήρια δύναµη της ανθρώπινης ανάπτυξης, µιας σχεδόν αισθησιακής αµοιβαιότητας µεταξύ των ανδρών και των γυναικών καθώς και του περιβάλ­λοντός τους, ήταν η έδρα της νοητής ελευθερίας και το βασικό κίνητρο της πολιτισµικής εξέλιξης, που δέχθηκε επίθεση και διαβρώθηκε από το συγκεντρωτικό έθνος-κράτος και τη µεγάλης κλίµακας βιοµηχανία».

Ο Πάτρικ Γκέντες

Τέλος, ήταν ο έξοχος Σκοτσέζος βιολόγος Πάτρικ Γκέντες, ο οποίος προσπάθησε να συνθέσει όλες αυτές τις ιδέες περί περιφερισµού, είτε γεωγραφικές, κοινωνικές, ιστορικές, πολιτικές είτε οικονοµικές, σε µια λογικά θεµελιωµένη ιδεολογία για τις περιφέρειες, γνωστής στους περισσότερους από εµάς µέσω του έργου του µαθητή του, Λιούις Μάµφορντ.  Ο καθηγητής Χωλ υποστηρίζει ότι:

«Πολλά από τα αρχικά οράµατα, αν και όχι όλα, του πολεοδοµικού κινήµατος απορρέουν από το αναρχικό κίνηµα, που άκµασε κατά τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου και τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα...  Το όραµα εκείνων των αναρχικών πρωτοπόρων δεν αφορούσε απλώς έναν εναλλακτικό τρόπο σχεδιασµού, αλλά µια εναλλακτική κοινωνία, ούτε καπιταλιστική ούτε γραφειοκρατική-σοσιαλιστική: µια κοινωνία βασισµένη στην εθελοντική συνεργασία µεταξύ ανδρών και γυναικών που ζουν κι εργάζονται σε µικρές, αυτοδιοικούµενες κοινότητες».

Σήµερα

Σήµερα, στα τελευταία χρόνια του 20ού αιώνα, συµµερίζοµαι αυτό το όραµα.  Εκείνοι οι αναρχικοί διανοητές του 19ου αιώνα βρίσκονταν εκατό χρόνια µπροστά από τους συγκαιρινούς τους, καθώς προειδοποίησαν τους λαούς της Ευρώπης για τις συνέπειες της απόρριψης των προσεγγίσεων του φεντεραλισµού και του περιφερισµού. Έχοντας επιζήσει από κάθε είδους καταστροφική εµπειρία του 20ου αιώνα, οι κυρίαρχοι των εθνικών κρατών της Ευρώπης κατεύθυναν τις πολιτικές τους προς διάφορους τύπους υπερεθ­νικής ύπαρξης. Το κρίσιµο ερώτηµα που αντιµετωπίζουν είναι αν µπορούν να συλλάβουν µια Ευρώπη των Κρατών ή µια Ευρώπη των Περιφερειών.

Ο Προυντόν, 130 χρόνια πριν, συσχέτισε αυτό το ζήτηµα µε την ιδέα µιας ευρωπαϊκής ισορροπίας δυνάµεων, που αποτελεί το στόχο των κρατικών αξιωµατούχων και των πολιτικών θεωρητικών, και υποστήριξε ότι κάτι τέτοιο «είναι αδύνατο να πραγµατοποιηθεί µεταξύ δυνάµεων µε ενιαία συντάγµατα». Στο Η Οµοσπονδία και η Ενότητα στην Ιταλία έγραψε ότι «το πρώτο βήµα προς την αναµόρφωση του δηµοσίου δικαίου στην Ευρώπη» ήταν «η αποκατάσταση των συνοµοσπονδιών στην Ιταλία, στην Ελλάδα, στις Κάτω Χώρες, στη Σκανδιναβία και στις παραδουνάβιες περιοχές, ως ένα προοίµιο για την αποκέντρωση των µεγάλων κρατών και συνεπώς για το γενικό αφοπλισµό». Επιπλέον, στο  Για την Αρχή της Οµοσπονδίας επισήµανε ότι «µεταξύ των Γάλλων δηµοκρατών έχει γίνει µεγάλη συζήτηση για την ευρωπαϊκή συνοµοσπονδία ή τις Ενωµένες Πολιτείες της Ευρώπης. Με αυτό φαίνεται ότι εννοούν µια συµµαχία όλων των κρατών που υπάρχουν σήµερα στην Ευρώπη, µικρών ή µεγάλων, προεδρευοµένων από ένα µόνιµο Συµβούλιο». Υποστήριξε ότι µια τέτοια οµοσπονδία είτε θα ήταν άνευ ουσίας είτε θα αποτελούσε παγίδα, για τον προφανή λόγο ότι τα µεγάλα κράτη θα κυριαρχούσαν στα µικρά.

Έναν αιώνα αργότερα, ο οικονοµολόγος Λέοπολντ Κορ (Αυστριακός εκ καταγωγής, Βρετανός στην υπηκοότητα, Ουαλός από επιλογή), ο οποίος επίσης αυτοπροσδιορίζεται ως αναρχικός, δηµοσίευσε το βιβλίο του Η Κατάλυση των Εθνών, στο οποίο εξυµνεί τις αρετές των κοινωνιών µικρής κλίµακας και υποστηρίζει εκ νέου ότι τα προβλήµατα της Ευρώπης εγείρονται από την ύπαρξη του έθνους-κράτους. Επιδοκιµάζοντας για µια ακόµη φορά την Ελβετική Συνοµοσπονδία, ισχυρίστηκε, χρησιµοποιώντας χάρτες, ότι «το πρόβληµα της Ευρώπης –καθώς και οποιασδήποτε οµοσπονδίας– αφορά στη διαίρεση και όχι στην ένωση».

Ωστόσο, για να είµαστε δίκαιοι πρέπει να αναφέρουµε ότι οι υπέρµαχοι µιας ενωµένης Ευρώπης ανέπτυξαν µια αρχή «επικουρικότητας», µε το επιχείρηµα ότι οι κυβερνητικές αποφάσεις δεν θα πρέπει να λαµβάνονται στους υπερεθνικούς θεσµούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά κατά προτίµηση στις περιφερειακές ή τοπικές διοικητικές βαθµίδες, αντί των εθνικών κυβερνήσεων. Αυτή η συγκεκριµένη αρχή υιοθετήθηκε από το Συµβούλιο της Ευρώπης, το οποίο κάλεσε τις εθνικές κυβερνήσεις να ενστερνιστούν τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτοδιοίκησης, «ώστε να επισηµοποιηθεί η δέσµευση στην αρχή, σύµφωνα µε την οποία οι λειτουργίες διακυβέρνησης θα πρέπει να λαµβάνουν χώρα στο χαµηλότερο δυνατό επίπεδο και να µεταφέρονται σε υψηλότερο µόνο εάν υπάρχει συναίνεση».

Η αρχή αυτή αποτελεί έναν ασυνήθιστο φόρο τιµής στους Προυντόν, Μπακούνιν και Κροπότκιν και στις απόψεις που αυτοί µόνο διατύπωσαν (µε εξαίρεση ορισµένους ενδιαφέροντες Ισπανούς διανοητές, όπως οι Pi y Margall ή  Joaquin Costa), αλλά φυσικά θα είναι µεταξύ των πρώτων αρχών της πανευρωπαϊκής ιδεολογίας που οι εθνικές κυβερνήσεις θα επιλέξουν να αγνοήσουν. Υπάρχουν προφανείς διαφορές µεταξύ των διαφόρων εθνών-κρατών σε αυτό το ζήτηµα. Σε πολλά από αυτά –παραδείγµατος χάριν στη Γερµανία, Ιταλία, Ισπανία ακόµη και στη Γαλλία– ο κυβερνητικός µηχανισµός είναι απείρως περισσότερο αποκεντρωµένος από όσο πριν από πενήντα χρόνια. Το ίδιο µπορεί σύντοµα να αποτελεί πραγµατικότητα και για τη Σοβιετική Ένωση. Αυτή η αποκέντρωση µπορεί να µην εξελίχθηκε µε το ρυθµό που θα θέλαµε εµείς, και µε χαρά θα συµφωνήσω στο ότι οι ιδρυτές της Ευρωπαϊκής Κοινότητας πέτυχαν τον αρχικό τους στόχο της παύσης των παλιών εθνικών ανταγωνισµών και κατέστησαν τους µελλοντικούς πολέµους στη Δυτική Ευρώπη αδιανόητους. Αλλά απέχουµε πολύ ακόµη από µία Ευρώπη των Περιφερειών.

Ζω σε αυτό που έχει εξελιχθεί ως το πιο συγκεντρωτικό κράτος στη Δυτική Ευρώπη, όπου η κυριαρχία της κεντρικής κυβέρνησης αντί να µειωθεί έχει αυξηθεί ανυπολόγιστα κατά τη διάρκεια των δέκα τελευταίων ετών. Ορισµένοι θα θυµούνται τη ρητορική της Βρετανής πρωθυπουργού το 1988:

«Δεν καθορίσαµε επιτυχώς τα εδαφικά όρια του κράτους στη Βρετανία, µόνο και µόνο για να τα δούµε να επιβάλλονται ξανά σε ευρωπαϊκό επίπεδο, µε ένα ευρωπαϊκό υπερ-κράτος να ασκεί µια νέα κυριαρχία από τις Βρυξέλλες».

Αυτή είναι η γλώσσα της απάτης. Δε σχετίζεται µε την πραγµατικότητα. Και δε χρειάζεται να υποστηρίζεις την Κοµισιόν για να το αντιληφθείς. Ωστόσο, είναι ενδεικτικό της απόστασης που ορισµένοι από εµάς έχουν στο να κατανοήσουν την αλήθεια που εµπεριέχει το σχόλιο του Προυντόν: «Ακόµη και η Ευρώπη θα ήταν πολύ µεγάλη για να διαµορφώσει µία µοναδική συνοµοσπονδία. Θα µπορούσε να αποτελέσει µόνο µια συνοµοσπονδία συνοµοσπονδιών».

Η προειδοποίηση των αναρχικών είναι ακριβώς ότι το εµπόδιο σε µια Ευρώπη των Περιφερειών είναι το έθνος-κράτος. Εάν πρόκειται να ασκήσουµε οποιαδήποτε επιρροή στην πολιτική σκέψη του επόµενου αιώνα, θα πρέπει να προωθούµε την επιχειρηµατολογία για τις περιφέρειες. Το «σκέψου πλανητικά – δράσε τοπικά» είναι ένα από τα πιο χρήσιµα σλόγκαν του παγκόσµιου πράσινου κινήµατος. Το έθνος-κράτος καταλαµβάνει µόνο ένα µικρό τµήµα της ευρωπαϊκής ιστορίας. Θα πρέπει να απελευθερώσουµε τους εαυτούς µας από τις εθνικές ιδεολογίες προκειµένου να δράσουµε τοπικά και να σκεφτούµε περιφερειακά. Και τα δύο θα µας επιτρέψουν να γίνουµε πολίτες όλου του κόσµου, όχι των εθνών ούτε των υπερεθνικών υπερ-κρατών.

Κόλιν Γουόρντ

µετάφραση: Ελίζα Κολοβού, Γιώργος Φράγκος

Βιβλιογραφία
Pierre-Joseph Proudhon, Selected Writings, edited by Stewart Edwards, London, Macmillan, 1970
Pierre-Joseph Proudhon, The Principle of Federation, translated by Richard Vernon, University of Toronto Press, 1979
Edward Hyams, Pierre-Joseph Proudhon, London, John Murray, 1979
Michael Bakunin, Selected Writings, edited by Arthur Lehning, London, Jonathan Cape, 1973
Willem de Haan, The Politics of Redress, London, Unwin Hyman, 1990
Martin Miller, Kropotkin, University of Chicago Press, 1976
Camillo Berneri, Peter Kropotkin: His Federalist Ideas (1922), London, Freedom Press, 1942
Peter Hall, Cities of Tomorrow: An intellectual history of urban planning and design in the twentieth century, Oxford, Basil Blackwell, 1988
Leopold Kohr, The Breakdown of Nations, London, Routledge, 1957
Ernest Wistnch, After 1982: The United States of Europe, London, Routledge, 1989
Council of Europe, The Impact of the Completion of the Internal Market on Local and Regional Autonomy, Council of Europe Studies and Texts, Series no. 12, 1990
Margaret Thatcher, Address to the College of Europe, Bruges, 20th September 1988.