Νέα σημαία, παλιές ιδέες

Αναμφισβήτητα, ο Μάρεϊ Μπούκτσιν αποτελεί, αν όχι τον πιο σημαντικό, σίγουρα έναν από τους σημαντικότερους αναρχικούς στοχαστές μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Μπούκτσιν είναι εκείνος που κατάφερε να «ανανεώσει» την αναρχική πολιτική σκέψη και την ελευθεριακή πολιτική στρατηγική στη νέα παγκόσμια πραγματικότητα που διαμορφώθηκε από τη δεκαετία του '60 και μετά, ιδιαίτερα στον αποκαλούμενο «Πρώτο Κόσμο». Κατάφερε να συνθέσει τους προβληματισμούς για την οικολογία και την αναπτυσσόμενη τεχνολογία με το ελευθεριακό κοινωνικό πρόταγμα μέσα από την αναρχοκομμουνιστικής παράδοσης πολιτική στρατηγική του ελευθεριακού κοινοτισμού, σε μια περίοδο που ο μαρξισμός- ακόμα και ο μη παραδοσιακός - ήταν ιδιαίτερα δύσπιστος με τα ανερχόμενα οικολογικά κινήματα, δίνοντας έτσι μία νέα ώθηση και θέση στον αναρχισμό και καθιστώντας τον και πάλι επίκαιρο σε σχέση με τα εμφανιζόμενα κινήματα στα τέλη της δεκαετίας του '60.
Ανεξάρτητα από την αποστασιοποίηση του Μπούκτσιν από τον όρο του αναρχισμού, θεωρούμε πως το περιεχόμενο που έδινε από τη δεκαετία του '70 σε αυτόν, δεν μεταβλήθηκε ουσιαστικά μέχρι και τα τελευταία γραπτά του, παρόλο που αυτό βρέθηκε κάτω από τη σκέπη του όρου του κομμουναλισμού. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η επιλογή του όρου του «κοινωνικού αναρχισμού» έναντι του γενικότερου «αναρχισμού», σηματοδοτούσε την προτίμησή του για εκείνα τα χαρακτηριστικά που διαφοροποιούσαν μια τάση που εξελίχτηκε από την αναρχοκομμουνιστική παράδοση φτάνοντας μέχρι τον κοινωνικό αναρχισμό, από τις άλλες τάσεις που εμφανίστηκαν κυρίως στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Γνωρίζουμε ότι οι όροι αποτελούν μία σημαντική υπόθεση για τον προσδιορισμό ενός συνεκτικού συνόλου ιδεών, εκτός και αν αποτελούν απλές και ανούσιες ταμπέλες. Ωστόσο, εκείνο που έχει ακόμα μεγαλύτερη αξία είναι τα φυσικά πρόσωπα και, ακόμα καλύτερα, τα πολιτικά υποκείμενα στην «πρακτική» νοηματοδότηση των πολιτικών όρων. Γνωρίζουμε ότι έννοιες όπως ο σοσιαλισμός, ο κομμουνισμός, η δημοκρατία και τόσες άλλες έχουν υποστεί τέτοια «κακοποίηση» στην πολιτική ιστορία από αμέτρητα πολιτικά υποκείμενα αλλά και κρατικά καθεστώτα που έχουν χρησιμοποιήσει ή χρησιμοποιούν αυτούς τους όρους, ώστε να μην αποτελούν σήμερα τίποτα περισσότερο εννοιολογικά από κάποιους τόπους απόλυτης σύγχυσης και αποστροφής.
Όπως άλλωστε περιγράφει και η Τζάνετ Μπιλ στο κείμενο που δημοσιεύεται σε αυτό το τεύχος, ο Μπούκτσιν έκανε όσες προσπάθειες μπορούσε προκειμένου να μην εγκαταλείψει τον πολιτικό όρο του αναρχισμού και να τον παραδώσει σε αντιλήψεις που θεωρούσε εντελώς ξένες με την δική του κοσμοθεωρία. Είναι λοιπόν και σε αυτήν την περίπτωση τα πολιτικά υποκείμενα και όχι η πολιτική θεώρηση που προκάλεσε πρωτίστως την αποστασιοποίηση του Μπούκτσιν από τον όρο του αναρχισμού.
Θεωρούμε ότι, από το 1999 που εκδίδουμε το περιοδικό, υπηρετούμε τη λογική της κοινωνικής οικολογίας και του κοινωνικού αναρχισμού, έστω και αν- όπως θα δείξουμε παρακάτω- διαφωνούμε με συγκεκριμένες θέσεις του Μπούκτσιν. Ποιος ο λόγος μίας τέτοιας μακράς ενασχόλησης στις σελίδες του περιοδικού με την εξέλιξη των ιδεών του Μπούκτσιν; Εφόσον μέχρι τώρα το περιοδικό βρίθει από αναφορές και αναπαραγωγές γραπτών του, και καθώς δεν συνηθίζουμε την «κατάληψη» των σελίδων από ένα και μόνο μακροσκελές κείμενο, γιατί να υπάρχει άλλη μία τόσο εκτενής αναφορά σε αυτόν;
Ο βασικός λόγος να είναι ότι οι περισσότεροι από εμάς αισθανόμαστε ότι του χρωστάμε πολλά. Υπάρχει όμως και ένας ακόμα λόγος. Θεωρούμε πως η αξία του συνόλου της σκέψης του Μπούκτσιν δεν έχει εκτιμηθεί όσο θα έπρεπε, όχι μόνο από τους κατά τόπους εκφραστές μίας αναρχικής-ελευθεριακής πολιτικής ταυτότητας, αλλά και από εκείνους που χρησιμοποιούν το έργο του ως πολύτιμο εργαλείο επίθεσης σε κάθε τέτοια ταυτότητα.
Η μετουσίωση του ελευθεριακού κομμουνισμού (αναρχοκομμουνισμού) ύστερα από το μεταπολεμικό τέλμα στο οποίο υπέπεσε το σύνολο του αναρχικού κινήματος, η ελευθεριακή διάσταση της σχέσης κοινωνίας-φύσης μέσα από την έννοια της κοινωνικής οικολογίας, καθώς και η ανάδειξη της αθηναϊκής δημοκρατίας ως ένα σπουδαίο σημείο ελευθεριακής αναφοράς (σημείο με το οποίο έχουμε και χωρική ταύτιση) αποτελούν τρία ιδιαίτερα σημαντικά στοιχεία για να μας κάνουν να αισθανόμαστε ότι του χρωστάμε πολλά. Ωστόσο, εκείνο που έχει ιδιαίτερο ενδιαφέρον στη σκέψη των τελευταίων του χρόνων δεν είναι τόσο το εάν το πρόταγμά του προσδιορίζεται ως κομμουναλιστικό ή αναρχικό, όσο το ότι επιχείρησε να διερευνήσει τους πολιτικούς όρους με τους οποίους οφείλει να κινηθεί το ριζοσπαστικό κοινωνικό κίνημα του παρόντος και μέλλοντος. Θερμός υποστηρικτής της κληρονομιάς της σκέψης του Διαφωτισμού, ο Μπούκτσιν γνώριζε ότι ένα επαναστατικό πρόταγμα χρειάζεται συγκεκριμένους όρους για να επαναδιατυπωθεί. Είναι αλήθεια βέβαια ότι στη συγκεκριμενοποίηση του περιεχομένου αυτών των όρων επέμενε ίσως υπερβολικά, με αποτέλεσμα να έρχεται πολλές φορές σε αντίθεση με αρκετούς συνοδοιπόρους του.
Ένα από τα τελευταία του γραπτά ξεκινάει με την εξής φράση:

Η απάντηση στο ερώτημα εάν ο εικοστός πρώτος αιώνας θα είναι ο πιο ριζοσπαστικός ή ο πιο αντιδραστικός όλων των εποχών -ή αν απλώς θα βυθιστεί σε μία γκρίζα περίοδο θλιβερής μετριότητας- θα εξαρτηθεί πρωτίστως από το είδος κοινωνικού κινήματος και προγράμματος που θα δημιουργήσουν οι κοινωνικοί ριζοσπάστες με βάση τον θεωρητικό, οργανωτικό και πολιτικό πλούτο που έχει συσσωρευτεί στη διάρκεια των δύο τελευταίων αιώνων της επαναστατικής περιόδου» . Είναι αλήθεια ότι «καμία από τις δεδηλωμένα αντικαπιταλιστικές ιδεολογίες που παρελθόντος -μαρξισμός, αναρχισμός, συνδικαλισμός και γενικότερες μορφές σοσιαλισμού- δεν διατηρεί την αξία που είχε σε ένα προγενέστερο στάδιο καπιταλιστικής ανάπτυξης και σε μία προγενέστερη περίοδο τεχνολογικής προόδου .

Έτσι σήμερα, ειδικά στις χώρες το λεγόμενου Πρώτου Κόσμου, οι όποιες κινήσεις αντίστασης, πέρα από το γεγονός ότι κατά κανόνα αποτελούν μειοψηφικές και αδύναμες συνιστώσες της κοινωνικής και πολιτικής ζωής, γενικά αποφεύγουν να ενταχθούν σε μία από τις παραπάνω ιδεολογίες.
Σε οποιαδήποτε περίπτωση, τα όποια δυναμικά κινήματα εμφανίζονται, επιχειρούν να προσδιορίσουν τους δομικούς-οργανωτικούς τους οργανισμούς μέσα από τον συνδυασμό της παράδοσης της επαναστατικής θεωρίας και της ντόπιας κοινωνικής-λαϊκής παράδοσης. Αυτό ασφαλώς συμβαίνει κατά κόρον στην περιοχή της Λατινικής Αμερικής, όπου τα δύο αυτά στοιχεία είναι ιδιαίτερα ισχυρά (π.χ. συμβούλια καλής διακυβέρνησης στους Ζαπατίστας, Συνέλευση των Λαών της Οαχάκα επίσης στη χώρα του Μεξικού, κλπ).
Υπάρχουν συγκεκριμένα σημεία στα τελευταία γραπτά του Μάρεϊ Μπούκτσιν αλλά και στο κείμενο της Τζάνετ Μπιλ που δημοσιεύουμε, στα οποία η άποψή μας είναι διαφορετική και κρίνουμε σκόπιμο να την καταθέσουμε.

Το ζήτημα της συμμετοχής στις δημοτικές εκλογές

            Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Μπούκτσιν ήταν ανέκαθεν υπέρ της συμμετοχής των αναρχικών στις τοπικές εκλογές. Μάλιστα είναι χαρακτηριστική η παρακάτω εξομολόγηση του Δημήτρη Ρουσσόπουλου, εκδότη του αναρχικού εκδοτικού οίκου Μπλακ Ρόουζ Μπουκς (Black Rose Books) σε συνέντευξή του στο περιοδικό Αρνούμαι, αναφορικά με το θέμα της συμμετοχής του ως υποψηφίου στις δημοτικές εκλογές στο Μόντρεαλ του Καναδά:

Ερώτηση: Δεν είναι αντιφατικό για έναν αναρχικό να συμμετέχει στις εκλογές;
Απάντηση: Εξαρτάται από το είδος των εκλογών. Μπορώ να ανέβω στο δεύτερο όροφο αυτού του σπιτιού και να σου φέρω κάποιον που λέγεται Μιχαήλ Αλεξάντροβιτς Μπακούνιν, που μιλάει σχετικά. Να σου πω μια ιστορία. Όταν έρχεται ο Μπούκτσιν κοιμάται επάνω. Ήτανε κατά τις δωδεκάμισυ το βράδυ, όταν ακούω ξαφνικά «Α!, τι βρήκα!». Με φωνάζει λοιπόν και μου δείχνει μέσα σε μια συλλογή του Μπακούνιν μια ανάλυση που λέει ότι απ' όλα τα επίπεδα οργάνωσης του κράτους, το δημοτικό είναι πιο κοντά στην κοινωνία και είναι το επίπεδο που τα άτομα μπορούν να παίξουν κάποιο ρόλο. Μου λέει ο Μπούκτσιν «έχεις του Μαξίμωφ της συλλογή;». Πράγματι βρήκα τη συλλογή του Μαξίμωφ όπου ήταν πιο εκτεταμένο το απόσπασμα. Ο Μπακούνιν βέβαια δεν είπε ότι οι αναρχικοί πρέπει να κατέβουν στις εκλογές, αλλά ήθελε να κάνει τη διάκριση της πόλης και του κράτους.
Ο Μπούκτσιν λοιπόν έχει αναπτύξει όλη αυτή την ιδέα της τοπικής δράσης και του ελευθεριακού δημοτισμού. Αποτέλεσμα, εγώ που δεν ψηφίσει ποτέ στη ζωή μου, να κατέβω στις εκλογές. Ο Μπούκτσιν έγινε η αιτία γι' αυτό- ανάθεμά τονε. «Είσαι- είπε ο πιο συγκροτημένος, είσαι γνωστός, έχει δράση, πρέπει να κάνεις αυτήν την προσπάθεια.» «Καλά- λέω- θα το κάνω».

Αν και ο παράγοντας των τοπικών ιδιαιτεροτήτων δεν είναι απαραίτητα και ο πιο θεμελιώδης για το ζήτημα των δημοτικών εκλογών, οφείλουμε να τονίσουμε ότι η κοινωνική πραγματικότητα του ελλαδικού χώρου είναι τελείως διαφορετική από εκείνη των ΗΠΑ ή του Καναδά. Η πρόταση του Μπούκτσιν για συμμετοχή στις δημοτικές εκλογές, ως ένα σημαντικό στοιχείο της στρατηγικής της ανάπτυξης ενός κινήματος με κατεύθυνση τον ελευθεριακό κοινοτισμό, είναι ένα στοιχείο που στην ελλαδική πραγματικότητα δεν έχει ιδιαίτερη αξία, ίσως και καμία αξία, γιατί απλούστατα υπάρχουν άλλα σημαντικότερα δεδομένα που παίζουν σημαντικότερο ρόλο. Το ίδιο ισχύει και για άλλες περιοχές. Ποιος μπορεί να ισχυριστεί ότι η συμμετοχή στις δημοτικές εκλογές είναι ο μόνος τρόπος ανάδειξης των γνωρισμάτων μίας πολιτικής προς την κατεύθυνση της κοινοτικής αυτονομίας, του φεντεραλισμού και του ελευθεριακού κοινοτισμού; Ποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι π.χ. το ζαπατιστικό κίνημα κακώς δεν συμμετέχει στις δημοτικές εκλογές που διοργανώνει το κράτος και ότι κακώς βασίζει την κοινοτική του οργάνωση σε δομές οργανωμένες από τους ίδιους τους Ζαπατίστας, όπως είναι τα συμβούλια καλής διακυβέρνησης;
Είναι γνωστό ότι ο Μπακούνιν είχε ταχθεί υπέρ της ανάμειξης των επαναστατών με τα τοπικά ζητήματα, ακόμα και τότε που η επανάσταση πλανιόταν στις ευρωπαϊκές χώρες, και μάλιστα έκανε ειδική αναφορά, όπως ανέφερε και ο Ρουσόπουλος παραπάνω, στο ζήτημα των δημοτικών εκλογών:

Οι δημοτικές εκλογές είναι πιο κοντά στον λαό. Ο λαός, λόγω της οικονομικής κατάστασης στην οποία εξακολουθεί να βρίσκεται, είναι αναπόφευκτα αδαής και αδιάφορος, και γνωρίζει μόνο εκείνα τα πράγματα που τον επηρεάζουν πολύ. Οι άνθρωποι του λαού καταλαβαίνουν καλά τα καθημερινά συμφέροντά τους, τις υποθέσεις της καθημερινής ζωής. Πάνω όμως και πέρα απ΄ αυτά αρχίζει γι' αυτούς το άγνωστο, το αβέβαιο, και ο κίνδυνος του πολιτικού φενακισμού. Επειδή διαθέτουν άφθονο πρακτικό ένστικτο, σπάνια ξεγελιούνται στις δημοτικές εκλογές. Γνωρίζουν πάνω κάτω τις υποθέσεις του δήμου τους, ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για τα ζητήματα αυτά, και ξέρουν πώς να διαλέξουν ανθρώπους που να είναι ικανότεροι να χειριστούν αυτές τις υποθέσεις. Στα ζητήματα αυτά, ο έλεγχος από τον λαό είναι μπορετό, διότι λαμβάνουν χώρα κάτω από τα μάτια των εκλογέων τους και αγγίζουν τα πιο μύχια συμφέροντα της καθημερινής ύπαρξής τους. Γι' αυτό τον λόγο είναι οι δημοτικές εκλογές παντού και πάντα οι καλύτερες, καθώς εφάπτονται περισσότερο με τα αισθήματα, τα συμφέροντα και τη θέληση του λαού .

Στο αμέσως όμως επόμενο απόσπασμα του Μπακούνιν (βάσει της επιμελημένης έκδοσης του Μαξίμοφ) παρατίθεται το εξής απόσπασμα:

Ακόμη και στους δήμους όμως η θέληση του λαού ματαιώνεται. Το μεγαλύτερο μέρος των υποθέσεων και των νόμων που έχουν άμεσο αντίκτυπο στην ευημερία και τα υλικά συμφέροντα των κοινοτήτων, ολοκληρώνονται πάνω από το κεφάλι του λαού, δίχως αυτός να το προσέξει, να νοιαστεί γι' αυτό ή να παρέμβει σ' αυτό. Ο λαός συμβιβάζεται, παραδίδεται σε ορισμένες πορείες δράσης, και μερικές φορές καταστρέφεται χωρίς καν να το πάρει χαμπάρι. Οι άνθρωποι του λαού δεν έχουν την εμπειρία ούτε καν τον αναγκαίο χρόνο για να μελετήσουν όλα αυτά, και τα αφήνουν στους εκλεγμένους αντιπροσώπους τους, οι οποίοι φυσικά εξυπηρετούν τα συμφέροντα της δικής τους τάξης, τους δικού τους κόσμου, και όχι του κόσμου του λαού, και των οποίων η μεγαλύτερη τέχνη συνίσταται στο να παρουσιάζουν τα μέτρα και τους νόμους τους με τον πιο καθησυχαστικό και λαϊκό χαρακτήρα. Το σύστημα της δημοκρατικής αντιπροσώπευσης είναι ένα σύστημα υποκρισίας και συνεχών ψευδών. Χρειάζεται την ηλιθιότητα του λαού ως αναγκαία συνθήκη της ύπαρξής του, και στηρίζει τους θριάμβους του σ΄ αυτή την πνευματική κατάσταση του λαού .

Ίσως σε αυτό το δεύτερο απόσπασμα του Μπακούνιν, όλοι μας να βλέπουμε πιο έντονα την πραγματικότητα που μας περιτριγυρίζει.
Οι δημοτικές-νομαρχιακές αρχές αποτελούν σήμερα τους πιο εξαχρειωμένους θεσμούς της ελληνικής επικράτειας, συμπληρώνοντας το σύστημα πελατειακών σχέσεων, καθώς και την κυριαρχία του παρασιτισμού και μιας γενικευμένης νοοτροπίας εργολαβισμού και ρεμούλας, διεισδύοντας πολύ αποτελεσματικότερα στις τοπικές κοινωνίες απ' ότι ο βασικός κρατικός μηχανισμός. Οποιαδήποτε περαιτέρω περιγραφική αναφορά στην κατάσταση αυτή είναι άνευ σημασίας. Η απλή συμμετοχή σε ένα δημοτικό ή νομαρχιακό συμβούλιο, με έναν και δύο αντιπροσώπους, το μόνο που καταφέρνει είναι να συμβάλλει στην συνενοχοποίησή σου γι' αυτό το διεφθαρμένο σύστημα αντιπροσώπευσης, ενώ ταυτόχρονα παραμένεις θεατής των εξελίξεων. Ένα τέτοιο παράδειγμα, που δεν είναι άσχετο, είναι ο καταποντισμός της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης στις τελευταίες εθνικές εκλογές στην Ιταλία. Η συμμετοχή της με έναν-δύο υπουργούς σε ένα κυβερνητικό σχήμα που εφάρμοζε μία αντιλαϊκή πολιτική την οδήγησε σε εκλογική συντριβή στις επόμενες εκλογές. Σε αυτό το σημείο θα μπορούσαμε να πούμε ότι συμφωνούμε με τη θέση της Μαλίνα που παραθέτει η Μπιλ:

Ναι, οι άνθρωποι θα έπρεπε να καταλάβουν τον τοπικό έλεγχο σε επίπεδο κοινότητας- όχι, όμως, μέσω των τοπικών κυβερνήσεων, οι οποίες μέσω των κομματικών γραμμών, είναι πάντα προσκολλημένες στο κράτος και στις ομοσπονδιακές κυβερνητικές δομές. Αντιθέτως, θα έπρεπε να πάρουν τον έλεγχο δημιουργώντας κοινοτικές δομές από τα κάτω. Τέτοιες δομές δεν θα υπάρχουν παράλληλα με τις κυβερνητικές δημοτικές δομές αλλά στην πραγματικότητα θα αποσπάσουν την εξουσία από αυτές.

Είναι αλήθεια ότι η αμεσοδημοκρατική μας ζύμωση, η διερεύνηση αυτής της δύσκολης και αιώνιας υπόθεσης που λέγεται «κοινωνική αυτονομία», είναι ένα ζήτημα που μπορεί να προχωρήσει αποτελεσματικά με τη δημιουργία τοπικών συνελεύσεων, επιτροπών ή συμβουλίων γειτονιάς, τοπικών κινήσεων βάσης, και όχι με την εμπλοκή σε μία λογική αύξησης των θέσεων στην αίθουσα συνεδριάσεων της εκάστοτε δημοτικής αρχής. Ο ελευθεριακός κοινοτισμός είναι ασφαλώς αυτό που πολύ απλά προσδιόρισε ο Μπούκτσιν ως μία διεργασία μετατροπής του ψηφοφόρου σε έναν πραγματικά ενεργό πολίτη. Επίσης, είναι η απτή και άμεση προσέγγιση του επαναστατικού προτάγματος του ελευθεριακού κομμουνισμού, εφόσον απέναντι στην κυριαρχία του ιδιωτικού κεφαλαίου ή του κρατικού χαρακτήρα των πραγματικά δημόσιων πεδίων υπηρεσιών (π.χ. παιδεία, υγεία, μεταφορές, κ.λ.π.), ο ελευθεριακός κοινοτισμός προτάσσει την ανάπτυξη κοινοτικά ελεγχόμενων σχετικών δομών. Θεωρούμε ότι ένα πραγματικό ριζοσπαστικό κίνημα οφείλει να αναπτύξει κινήσεις βάσης στα σημαίνοντα κοινωνικά πεδία (εργασία και περιοχή κατοικίας), με τρόπο που η έννοια της τοπικότητας να έχει σημαντικό ρόλο στον τρόπο οργάνωσης όλων αυτών των δομών. Η απόσπαση του απόλυτου ελέγχου της ζωής μας από το κράτος και την εντεινόμενη εργασιακή βαρβαρότητα μπορεί να γίνει ένα μαχητικό κίνημα αντίστασης, το οποίο στις προτεραιότητές του θα έχει και την ανάπτυξη δομών και οργανισμών, σε τόπους γόνιμους, που θα αποτυπώνουν το πρόταγμα και την κουλτούρα μιας (αντι-)κοινωνίας. Στον βαθμό που σε ορισμένες περιοχές μπορούν οι δομές αυτές να έχουν μία ισχυρή κοινωνική βάση και μία ισχύ που μπορεί να αναμετρηθεί με εκείνη των δημοτικών αρχών, ο τρόπος για την πλήρη αποδυνάμωση των δημοτικών αρχών αποτελεί πλέον ένα τεχνικό ζήτημα και όχι θεμελιώδες για την ανάπτυξη του ελευθεριακού κοινοτισμού.
Είναι χαρακτηριστικό ένα απόσπασμα από το μυθιστόρημα του Paco Ignacio Taibo II «Η ζωή η ίδια», στο οποίο περιγράφει έναν κόκκινο δήμο:

Υπάρχουν δύο ημερομηνίες που μνημονεύονται τακτικά στις συζητήσεις με τη ΛΑ.Ο., τη λαϊκή εξουσία της Σάντα Άννα: η διαδήλωση της 20ης Απριλίου και η συγκέντρωση της 24ης Δεκεμβρίου. Περιέργως, η ημερομηνία της εκλογικής νίκης (νομίζω ήταν Αύγουστο) δεν μου έρχεται στο μυαλό, όταν μαζεύω υλικό από τις συζητήσεις αυτών των ημερών που απλώνουν τους ιστούς τους μες στο κεφάλι μου. Σου δημιουργείται η εντύπωση, κι εδώ πάλι ερμηνεύω αντί να αφηγούμαι, ότι η νίκη ήταν συνέπεια ΤΗΣ διαδήλωσης, γιατί αυτή είναι Η διαδήλωση, αν και θα πρέπει να μου μίλησαν και γι΄ άλλες τρεις που έχουν τις προσωπικότητές τους και την ιδιαίτερη δόξα τους..

Οποιαδήποτε αμεδημοκρατική πολιτική διαδικασία προτείνεται από τα πάνω -και οι θέσεις ενός δημοτικού συμβουλίου είναι από τα πάνω-, δίχως να έχει γίνει πράξη, βίωμα και συνείδηση των ίδιων των ανθρώπων, είτε δεν ακολουθείται από κανέναν είτε αποτελεί άλλη μία περίπτωση πλήρους αλλοίωσης σημαντικών για την επαναστατική προοπτική εννοιών και μέσων.

Σχετικά με το ζήτημα της ομοφωνίας

            Είναι αλήθεια ότι ο Μπούκτσιν άνοιξε τη συζήτηση στους κύκλους των αναρχικών και ελευθεριακών γύρω από το ζήτημα του τρόπου λήψης αποφάσεων σε αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες. Διαπίστωσε ασφαλώς και ο ίδιος ότι «η ομόφωνη λήψη αποφάσεων ήταν κατάλληλη για μικρές ομάδες ανθρώπων που ξέρουν ο ένας τον άλλον, αλλά ήταν εντελώς δυσεφάρμοστη για μεγάλες συνελεύσεις αγνώστων», όπως άλλωστε αναφέρεται και στο κείμενο της Μπιλ. Αυτό ήταν και ένα από τα κύρια σημεία του σημαντικότατου κειμένου «Τι είναι ο Κομμουναλισμός: Η Δημοκρατική Διάσταση του Αναρχισμού» .  
Ωστόσο, η κριτική που άσκησε στους κύκλους των αναρχικών σχετικά με αυτό το ζήτημα γινόταν σε ορισμένα σημεία με τέτοιο τρόπο που ουσιαστικά δεν απέδιδε αυτά που θα έπρεπε να αποδώσει στο κίνημα με το μεγαλύτερο δυνατό πειραματισμό πάνω σε αμεσοδημοκρατικές και αντι-ιεραρχικές διαδικασίες, δηλαδή στο διεθνές αναρχικό κίνημα.
Η κριτική του Μπούκτσιν πάνω σε αυτό το ζήτημα υπήρξε και σε αυτό το σημείο κινητήριος μοχλός για τη διερεύνηση του τρόπου λήψης αποφάσεων σε αμεσοδημοκρατικές δομές από την πλευρά ορισμένων κύκλων αναρχικών και ελευθεριακών. Ωστόσο, η συνολική κατηγορία εναντίον τους, παρόλη την προσπάθεια εξάντλησης μίας διεργασίας συνδιαμόρφωσης πριν από τη λήψη μίας απόφασης για την όσο το δυνατόν πληρέστερη υποστήριξή της, αποθάρρυνε αρκετούς να διερευνήσουν περαιτέρω και να αποδεχτούν τις απόψεις του Μπούκτσιν.
Πιστεύουμε ότι το κείμενο του Αμεντέο Μπέρτολο με τίτλο «Η Δημοκρατία και πέρα από αυτήν», το οποίο δημοσιεύθηκε στο 5ο τεύχος της Ευτοπίας, διευκρινίζει με εξαιρετικό τρόπο τόσο τη σχέση της έννοιας της δημοκρατίας με εκείνη της αναρχίας, όσο και τη σχέση ή τη σύγκριση μεταξύ μίας ομόφωνης ή πλειοψηφικής απόφασης. Δεν θα ήταν σκόπιμη η αναπαραγωγή όλου του σκεπτικού του Μπέρτολο μέσα σε αυτό το κείμενο, ωστόσο, το βασικό νόημα αυτού δεν είναι η καταδίκη της έννοιας της πλειοψηφίας (όπως κάνουν πάρα πολλοί αναρχικοί) ούτε της ομοφωνίας (όπως κάνει ο Μπούκτσιν για παράδειγμα), αλλά η μεταξύ τους σχέση και ο προσδιορισμός των ορίων της καθεμίας, προκειμένου να επιτυγχάνεται μία όσο το δυνατόν πιο «μείζονα» δημοκρατική διαδικασία. Γράφει λοιπόν ο Μπέρτολο σε ένα σημείο:

Σε θεωρητικό επίπεδο, η άμεση δημοκρατία στην πιο «καθαρή» μορφή της μπορεί να συμβιβάσει το φαινομενικά ασυμβίβαστο.
Εντούτοις, πρόκειται για μια πολύ περιορισμένη υπόθεση: ομόφωνη άμεση δημοκρατία που μπορεί να εφαρμοστεί μόνο σε περιπτώσεις που δεν σχετίζονται με γενικευμένη εφαρμογή, δηλαδή σε επίπεδο και με εξαιρετική ομοιογένεια αξιών και συμφερόντων. Πέρα από αυτήν την πολύ περιορισμένη διάσταση, η εκπροσώπηση καθίσταται ουσιώδης. Εάν δεν υπάρχει μια πολύ ισχυρή ομοιογένεια, πρέπει να υπάρχει κάποιος μηχανισμός λήψης αποφάσεων πέρα και πάνω από την ομοφωνία.
Εάν οι αποφάσεις ήταν πάντοτε και αποκλειστικά ομόφωνες, πολύ λίγες θα λαμβάνονταν, ακόμα κα μέσα σε ομάδες με υψηλό επίπεδο κοινωνικής και πολιτισμικής ομοιογένειας. Είναι αλήθεια ότι όταν υπάρχει ένα ορισμένο επίπεδο ομοιογένειας και δεν υπάρχουν αντικρουόμενα συμφέροντα, μπορούν συχνά να επιτευχθούν ομόφωνες αποφάσεις χωρίς μεγάλη δυσκολία ή εξοντωτικές συζητήσεις εφόσον ένα άτομο (ή μια μειοψηφία) μπορεί κάλλιστα να αποσύρει την αντίθεσή του προς τις απόψεις κα άρα τις αποφάσεις της πλειοψηφίας. Εντούτοις, αυτό θα μπορούσε ασφαλώς να ειδωθεί ως μια επιμέρους (συναινετική) μορφή πλειοψηφικής απόφασης

Τέλος, είναι σημαντικό να σημειώσουμε ότι δεν ανήκει στις πεποιθήσεις των αναρχικών η θέση ότι μια καθολική ενάρετη ανθρώπινη φύση- αν υπάρχει- μπορεί να εξασφαλίσει ομόφωνες θέσεις. Ο αναρχισμός ποτέ δεν υποστήριξε μια σωκρατική αντίληψη περί αγαθούς φύσης του ανθρώπου. Ο ίδιος ο Κροπότκιν έλεγε, δίχως να θεωρεί αυτονόητη μια τέτοια θέση, ότι δεν βλέπουμε μόνο αλληλοβοήθεια στη φύση. Υποστήριξε απλά ότι όσα είδη αποφεύγουν τον ανταγωνισμό έχουν τις περισσότερες πιθανότητες να επιβιώσουν .  

Η κριτική στον αναρχισμό

            Το 2003 ο Μπούκτσιν δημοσιεύει «Το Κομμουναλιστικό Πρόταγμα». Εκεί έρχεται σε ρήξη με τον αναρχισμό, δηλαδή με την επί σαράντα χρόνια ιδεολογική του στέγη, κίνηση στην οποία συνέβαλε, όπως άλλωστε αναφέρει και η Τζάνετ Μπιλ, και η πολιτική και ψυχολογική υποστήριξη που του προσέφερε η ομάδα των Νορβηγών.  
Η Μπιλ, στο κείμενο που δημοσιεύουμε, θεωρεί ότι το συγκεκριμένο γραπτό του Μπούκτσιν «είναι αξιόλογο για τη νηφαλιότητά του- παρόλο που είναι κριτικό για τον αναρχισμό, δεν είναι μια πολεμική εναντίον του, αλλά αντιθέτως επεξηγεί ήρεμα μία μεταμόρφωση». Εδώ θα διαφωνήσουμε με την συντρόφισσα Τζάνετ. Μόλις οκτώ χρόνια πριν τη δημοσίευση του κειμένου «Το Κομμουναλιστικό Πρόταγμα», ο Μπούκτσιν δημοσιεύει ένα πολύ σημαντικό γραπτό, το «Κοινωνικός ή Lifestyle Αναρχισμός: ένα αγεφύρωτο χάσμα». Στο κείμενο αυτό, ξεκινάει με την εξής πρώτη παράγραφο:

Εδώ και δύο αιώνες, ο αναρχισμός - ως ένα οικουμενικό σώμα αντι-αυταρχικών ιδεών - αναπτύχθηκε μέσα από την αντίθεση δύο τάσεων: μια «περσοναλιστική» αφοσίωση στην ατομική αυτονομία και μια κολλεκτιβιστική αφοσίωση στην κοινωνική ελευθερία. Αυτές οι τάσεις δεν έχουν με κανέναν τρόπο συμφιλιωθεί στην ιστορία της ελευθεριακής σκέψης.

Ύστερα όμως από οκτώ μόνο χρόνια, ο Μπούκτσιν θα γράψει για τον αναρχισμό:

«.ο αναρχισμός -ο οποίος πιστεύω πως αντιπροσωπεύει, στην αυθεντική του μορφή, μία ιδιαιτέρως ατομικιστική θεώρηση που προάγει έναν ακραία αχαλίνωτο τρόπο ζωής, συχνά υποκατάστατο της μαζικής δράσης - μπορεί να συναρθρώσει έναν προυντονικό αγροτικό και συντεχνιακό κόσμο με κέντρο την κάθε οικογένεια ευκολότερα απ΄ ότι ένα σύγχρονο αστικό και βιομηχανικό περιβάλλον. Παλιότερα υιοθετούσα κι εγώ αυτή την πολιτική ταυτότητα, αλλά περαιτέρω σκέψη με υποχρέωσε να συμπεράνω πως, παρά τους συχνά αναζωογονητικούς αφορισμούς και τις διεισδυτικές επισημάνσεις του, ο αναρχισμός απλά δεν είναι μια θεωρία της κοινωνίας» .

Με αυτόν τον τρόπο, ο Μπούκτσιν εκμηδενίζει τη βασικότερη ιστορική τάση του αναρχικού κινήματος, της οποίας υπήρξε και ο ίδιος συμμέτοχος, μία τάση που έδωσε πολλούς κοινωνικούς αγώνες και έχυσε πολύ αίμα: τον ελευθεριακό κομμουνισμό.  Έτσι, ακυρώνει όσα ο ίδιος έγραφε στον Ash θυμίζοντάς του «.τον ελευθεριακό κομμουνισμό (communismo libertario) ή τους δεκάδες χιλιάδες Ισπανών αναρχικών που όρθωσαν την ιαχή για αυτόν στους δρόμους της Σαραγόσας, της Βαρκελώνης, και της Αλκόη, ανάμεσα σε άλλες ισπανικές πόλεις και κωμοπόλεις, καθώς και στα πεδία μάχης της Αραγκόν; Αν είναι λάθος να πιστεύει κάποιος ότι ο «αντι-ιεραρχικός κομμουνισμός» ανήκει στην «αυθεντική [!] αναρχική ιδέα], τότε έχουμε επιλέξει να αγνοούμε ένα σημαντικό κεφάλαιο της αναρχικής ιστορίας» . Αν τώρα ο Ash ανταπάντησε λέγοντας πως ο κοινωνικός αναρχισμός εναποτίθεται στο παρελθόν, η πραγματική απάντηση έρχεται, για παράδειγμα, από τη σύγχρονη αναρχική-ελευθεριακή δράση στον ελλαδικό χώρο, όπου η συμμετοχή πολλών συντρόφων και ομάδων σε τοπικούς αγώνες αλλά και στο πεδίο της εργατικής δράσης έχουν συμβάλλει ιδιαίτερα στη διεύρυνσή του όπως επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις, και σε μία άξια λόγου κοινωνική αποδοχή.
Όμως η απαξίωση της αναρχικής σκέψης, μιας σκέψης που κουβαλάει παράλληλα πολλές δεκαετίες εμπειριών, κοινωνικών αγώνων και εξεγέρσεων, συνεχίζεται από τον Μπούκτσιν: «Προφανώς, μία αναρχική κοινωνία - μόλις απλώς καταργηθούν οι κρατικοί, κυβερνητικοί και πολιτισμικοί θεσμοί - θα αναδυόταν ανέπαφη, έτοιμη προς λειτουργία και ευδοκίμηση ως ελεύθερη κοινωνία. Μία τέτοια «κοινωνία», εάν μπορεί κανείς να την αποκαλέσει έτσι, δεν θα απαιτούσε από μας να τη δημιουργήσουμε προκαταβολικά: απλώς θα αφήναμε το χιόνι που την καλύπτει να λιώσει. Η διαδικασία της ορθολογικής δημιουργίας μιας ελεύθερης κομμουναλιστικής κοινωνίας, αλίμονο, θα χρειαστεί σημαντικά περισσότερη σκέψη και δουλειά απ' ό,τι ο ενστερνισμός μίας συγκεχυμένης έννοιας αυτόχθονης αθωότητας και μακαριότητας» . Δυστυχώς, ο Μπούκστιν είχε ξεχάσει εκείνα τα απλά αλλά τόσο περιεκτικά λόγια του Μαλατέστα, τα οποία θα τον βοηθούσαν να μην ολισθήσει σε μία τόσο άδικη κριτική απέναντι στον αναρχισμό, μία κριτική που ομοιάζει αρκετά σε επιχειρήματα και ύφος με την αντίστοιχη που ασκεί η μαρξιστική-λενινιστική αντίληψη. Ο Μαλατέστα, λοιπόν, είχε γράψει το 1910 σε ένα περιοδικό:

Είναι αρκετά διαδεδομένη η πεποίθηση ότι όταν λέμε πως είμαστε επαναστάτες εννοούμε ότι η αναρχία πρέπει να έρθει μεμιάς, σαν άμεσο επακόλουθο ενός ξεσηκωμού που θα κατέστρεφε με τη βία όλα όσα υπάρχουν και θα έβαζε στη θέση τους θεσμούς πραγματικά καινούριους. Για να πούμε την αλήθεια, κάμποσοι σύντροφοι βλέπουν έτσι την επανάσταση. Αυτή η παρανόηση εξηγεί το γιατί πολλοί αντίπαλοί μας πιστεύουν, δικαιολογημένα, ότι η αναρχία είναι πράγμα αδύνατο: κι αυτό εξηγεί και το γιατί ορισμένοι σύντροφοι, βλέποντας ότι η αναρχία δεν μπορεί να έρθει αμέσως, μιας και είναι δεδομένες οι ηθικές συνθήκες του μεγάλου πλήθους των ανθρώπων, παραδέρνουν ανάμεσα σ' ένα δογματισμό που τους βγάζει έξω από την πραγματική ζωή και σ' έναν οπορτουνισμό που, πρακτικά, τους κάνει να λησμονούν ότι είναι αναρχικοί και ότι, όντας αναρχικοί, πρέπει να αγωνίζονται για την αναρχία .

Και συνεχίζει:

.αφού η συνείδηση, η θέληση και η ικανότητα μεγαλώνουν σιγά σιγά και δεν μπορούν να βρουν την ευκαιρία και τα μέσα για να αναπτυχθούν παρά μόνο παράλληλα με το βαθμιαίο μετασχηματισμό του περιβάλλοντος και με την πραγμάτωση των επιθυμιών στο μέτρο που αυτές παίρνουν μορφή και γίνονται επιτακτικές, έτσι κι η αναρχία θα εγκαθιδρύεται σιγά σιγά και θα εντείνεται και θα επεκτείνεται ολοένα και περισσότερο. Δεν πρόκειται, επομένως, να φτάσουμε στην αναρχία ούτε σήμερα, ούτε αύριο, ούτε σε δέκα αιώνες. Απλώς, θα πορευόμαστε προς την αναρχία σήμερα, αύριο και πάντα .

Θεωρούμε ότι οι συνθήκες που βίωνε ο Μπούκτσιν στις Η.Π.Α. με την ανάδυση των ανορθολογικών και περισσότερο φανταχτερών αντιεξουσιαστικών ρευμάτων (π.χ. πρωτογονισμός), και την ενίσχυσή τους από μια απρόβλεπτη δυναμική τον έκανε να στραφεί στον κομμουναλισμό. Η εμπειρία μας έχει δείξει ότι πιο συχνά μας απογοητεύουν οι άνθρωποι, παρά οι ιδέες. (Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι πιστεύουμε ότι πρέπει να προσαρμόζονται οι άνθρωποι στις ιδέες. Το αντίθετο πρέπει να συμβαίνει.) Ωστόσο, θα πρέπει να αναρωτηθούμε μήπως τελικά ήταν οι άνθρωποι αυτοί που τον απογοήτευσαν. Ίσως η αναζήτηση ενός νέου όρου τον οδήγησαν να αναδείξει ταυτόχρονα εκείνες τις εσωτερικές αδυναμίες αντιεξουσιαστικών τάσεων που παλιότερα τις πολεμούσε. Δίχως να θέλουμε να υποβαθμίσουμε τη θέση του υποστηρίζοντας ότι ήταν απλώς θέμα συγκυριών, ούτε να δώσουμε μια ψυχαναλυτική εξήγηση στη στάση του, πιστεύουμε ότι προφανώς κουράστηκε να παλεύει για την επικράτηση των απόψεών του. Ωστόσο, η επιλογή αυτή δεν μπορεί να μας κάνει να απορρίψουμε συλλήβδην αυτή τη θεωρία, αφήνοντάς την ως βορά στα δόντια των εγωιστών και των ροπαλοφόρων Νεάντερνταλ.

 

Η πολεϊκή διάσταση

            Ένα σημαντικό στοιχείο που τονίστηκε από τον Μπούκτσιν ήταν η αναγκαιότητα του απεγκλωβισμού των αναρχικών αντιλήψεων από μία αγροτίστικη, σχεδόν βουκολική προσέγγιση του κοινοτισμού, σε μία εποχή όπου κυριαρχείται από τη ραγδαία αστικοποίηση, τη βιομηχανοποίηση και την υψηλή τεχνολογία. Αυτή η προσέγγιση έχει να κάνει με την ίδια τη συσχέτιση του αναρχικού κινήματος, σε φιλοσοφικό επίπεδο, με το ευρύτερο ρεύμα του ρομαντισμού, αλλά και με τις κοινωνίες (ιδιαίτερα της βόρειας Μεσογείου και της Λατινικής Αμερικής) στις οποίες αυτό αναπτύχθηκε. Στο κείμενό του «Τι είναι Κομμουναλισμός: η δημοκρατική διάσταση του Αναρχισμού», είχε γράψει πως αποτελεί βασικό ζητούμενο για τον αναρχισμό η διερεύνηση της εφαρμογής του ελευθεριακού κοινοτιστικού του προτάγματος στις σύγχρονες μητροπόλεις. Είναι πολύ σημαντική η παρατήρηση του Μπούκτσιν ότι «πρέπει να τονίζεται συνεχώς πως κάθε μεγάλη επανάσταση στη σύγχρονη ιστορία είχε μια πολεϊκή (civic) διάσταση» .
Αυτήν την πολεϊκή διάσταση του ελευθεριακού προτάγματος περιέγραψε σε ένα μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας η Ούρσουλα Λε Γκεν:

Αυτό που πρέσβευε η Όντο δεν ήταν η αποαστικοποίηση του πολιτισμού. Αντίθετα, παρ' ότι υποστήριζε ότι το φυσιολογικό όριο του μεγέθους μιας κοινότητας καθοριζόταν απ' το βαθμό εξάρτησής της σε τρόφιμα και ενέργεια απ' την άμεση ενδοχώρα της, πρότεινε παράλληλα τη σύνδεση όλων των κοινοτήτων σε ένα δίκτυο μεταφορών και επικοινωνιών, έτσι ώστε ιδέες και προϊόντα να μπορούν να φτάνουν όπου υπάρχει ανάγκη. Η διοίκηση και η διαχείριση όφειλαν να εργάζονται με ταχύτητα και ανεμπόδιστα, και καμιά ικανότητα δεν έπρεπε να είναι αποκομμένη απ' το δίκτυο ανταλλαγών. Αυτό το δίκτυο όμως δεν θα διευθυνόταν ιεραρχικά, από πάνω προς τα κάτω. Δεν έπρεπε να υπάρχει κεντρικός έλεγχος ούτε πρωτεύουσα ούτε κρατικοί θεσμοί που συνέβαλαν στη δημιουργία μηχανισμού αναπαραγόμενης γραφειοκρατίας και θα μετατρέπονταν σε πεδίο ανταγωνισμού των εξουσιαστικών τάσεων όσων θα ήθελαν να γίνουν αφεντικά, στρατηγοί, κυβερνήτες.
Ωστόσο τα σχέδια ήταν προσαρμοσμένα στις προδιαγραφές που παρείχε το γόνιμο και εύφορο έδαφος του Γιουράς. Στην άγονη Ανάρες, οι κοινότητες αναγκάστηκαν να διασκορπιστούν σε μεγάλες αποστάσεις η μια απ' την άλλη, για να βρίσκονται κοντά στις ελάχιστες πηγές ενέργειας. Παράλληλα για να σταθούν, περιόρισαν τις ανάγκες τους στο ελάχιστο -στην πραγματικότητα μέχρι ενός ορίου κάτω από το οποίο δεν ήθελαν να καταντήσουν. Δεν επιθυμούσαν να ξεπέσουν σε ένα είδος φυλετισμού προ-αστικού και προ-τεχνολογικού. Γνώριζαν ότι ο αναρχισμός τους ήταν προϊόν ενός πολύ υψηλού πολιτισμού, μιας σταθερής οικονομίας και μιας σε υψηλό βαθμό εκβιομηχανισμένης τεχνολογίας, η οποία μπορούσε να διατηρεί την παραγωγή σε υψηλά επίπεδα και συγχρόνως να παρέχει ένα ταχύ και αποτελεσματικό δίκτυο διανομής των προϊόντων. Παρά τις μεγάλες αποστάσεις που χώριζαν τους οικισμούς τους, έμειναν σταθερά πιστοί στην ιδέα ενός πολύπλοκου οργανισμού. Έφτιαξαν πρώτα τους δρόμους και μετά έχτισαν τα σπίτια. Τα ιδιαίτερα προϊόντα κάθε περιοχής ανταλλάσσονταν συνεχώς με τα προϊόντα των άλλων, σε μια περίπλοκη διαδικασία εξισορρόπησης: αυτή την εξισορρόπηση των διαφορών που χαρακτηρίζει τη ζωή, την οικολογία της φύσης και της κοινωνίας .

            Στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα, οι επαναστατικές πλατφόρμες, οι ουτοπικές πολιτείες του μυθιστοριογράφων ή των ουτοπικών σοσιαλιστών και οι εξεγέρσεις και οι επαναστάσεις, με κορυφαία εκείνη της Παρισινής Κομμούνας του 1871, ήταν τρία στοιχεία που διαμόρφωσαν, το καθένα με τη δική του βαρύτητα ασφαλώς, την επαναστατική κοινωνική ιστορία. Δεν έχουμε κανένα λόγο να μην συμμεριζόμαστε τη γνώμη του Μπούκτσιν ότι «η κατεύθυνση που θα επιλέξουμε, μεταξύ διαφόρων διασταυρωνόμενων δρόμων ανθρώπινης εξέλιξης, θα καθορίσει ενδεχομένως το μέλλον του είδους μας στους προσεχείς αιώνες». Ίσως λοιπόν σε αυτό το σταυροδρόμι, και πάλι πέρα από τα όποια λιγότερο ή περισσότερο συγκεκριμένα μας προγράμματα, οι μυθιστορηματικές ουτοπικές πολιτείες αλλά και οι σύγχρονες εξεγέρσεις και αγώνες που κάνουν πράξη πολλά από αυτά που πραγματεύονται σε αυτές τις σελίδες, να αποτελούν τα συστατικά όχι ενός μαγικού φίλτρου αλλά μίας διαρκούς και έμπρακτης αναζήτησης ενός πιο σύντομου και ανοιχτού δρόμου προς την ελευθερία.

Ευτοπία

Enzensberger, Hans Magnus, "Κριτική της Πολιτικής Οικολογίας" στο Enzensberger, Hans Magnus, Gorz, Andre & Markovic, Mihailo, Περιβάλλον και Ποιότητα Ζωής, Οικολογικές Μελέτες, Επίκουρος, Αθήνα, 1975, σ. σ. 7-58

Bookchin, Murray, Το Πρόταγμα του Κομμουναλισμού, Αλεξάνδρεια, Αθήνα, 2006, σελ. 41

Ό.π., σελ. 55

Ρουσσόπουλος, Δημήτρης, «Μόνον η Δημοτική Οικολογική Δράση.», Συνέντευξη στον Μιχάλη Τρεμόπουλο, Αρνούμαι 5, Φθινόπωρο 1991, σ. 61

Μπακούνιν, Μιχαήλ, Κριτική της Υπάρχουσας Κοινωνίας, επ. Μαξίμοφ, μτφρ. Ζήσης Σαρίκας, Πανοπτικόν, Θεσσαλονίκη, 2007, σ.σ. 80-81

ό.π., σ. 81

Μαλίνα, Τζούντιθ, "Anarchists and the Pro-Hierarchical Left", Anarchos (Ιούνιος 1972), ένθετο, Παρατίθεται στο κείμενο της Μπιλ του παρόντος τεύχους της Ευτοπίας.

Taibo II, Paco Ignacio, Η ζωή η ίδια, Άγρα, Αθήνα, 1997, σελ. 59

Bookchin, Murray, "Τι είναι ο Κομμουναλισμός: Η Δημοκρατική Διάσταση του Αναρχισμού", Δημοκρατία και Φύση 1, Μάρτιος 1996, σσ. 40-56

Μπέρτολο, Αμεντέο, "Η Δημοκρατία και πέρα από αυτή", Ευτοπία 5, Ιούλιος 2000, σ. 11

Kropotkin, Peter, Mutual Aid: A Factor of Evolution, Freedom Press, London, 1998, σ. 74

Bookchin, Murray, Κοινωνικός ή Lifestyle Αναρχισμός: Ένα Αγεφύρωτο Χάσμα, Ισνάφι, Ιωάννινα, 2005, σελ. 7

Bookchin, Murray, Το Πρόταγμα του Κομμουναλισμού, σελ. 58-59

Biehl, Janet, "Η ρήξη του Μπούκτσιν με τον αναρχισμό", στο παρόν τεύχος

Bookchin, Murray, Το Πρόταγμα του Κομμουναλισμού, σελ. 87-88

Malatesta, Errico, Στον Δρόμο για την Αναρχία, Κατσάνος, Θεσσαλονίκη, σελ. 66

Ό.π., σελ. 67

Bookchin, Murray, Το Πρόταγμα του Κομμουναλισμού, σελ. 81

Le Guin Oursula, Ο Αναρχικός των Δύο Κόσμων, Parsec, 1994, σελ. 137-138